Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!!!!!ΑΥΡΙΟ 1η ΟΚΤΩΒΡΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ.ΜΟΝΟ ΤΟΤΕ ΟΜΩΣ ΤΟΥΣ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΑΓΑΠΗ;;;;;







ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΠΩΣ Η ΤΡΙΤΗ ΗΛΙΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ,ΕΧΕΙ ΜΠΕΙ ΠΛΕΟΝ ΣΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΤΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ.ΑΠ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΜΩΣ,ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΠΑΡΑΓΚΩΝΙΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΠΩΣ Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΚΥΛΑ ΣΙΓΑ-ΣΙΓΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΥΣΗ.



ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΜΑΣ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΠΙΣΤΕΥΑΝ ΠΩΣ ΤΑ ΓΗΡΑΤΕΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.ΤΟ ΓΗΡΑΣ ΗΤΑΝ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΚΑΛΙ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ,ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ.



Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ,ΔΕ ΘΥΜΙΖΕΙ ΣΕ ΤΙΠΟΤΑ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ.



ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ,ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΩΝ ΥΠΕΡΗΛΙΚΩΝ ΚΑΤΕΧΕΙ ΥΨΗΛΗ ΘΕΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΒΕΒΑΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΗ ΚΑΙ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ.Ο ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΩΝ ΥΠΕΡΗΛΙΚΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΔΟ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ,ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΑΥΞΗΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΠΛΑΣΙΑΣΤΕΙ ΣΕ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ.



ΤΩΡΑ ΛΟΙΠΟΝ ΓΕΝΝΑΤΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΡΩΤΗΜΑ.ΤΙ ΠΡΟΝΟΙΑ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ;ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΑΝΑΛΑΒΕΙ ΤΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥΣ;



ΣΙΓΟΥΡΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΤΕΓΑΖΟΥΝ ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΡΙΔΑ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΜΕΣΟΣ ΟΡΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥΣ ΣΗΜΕΡΑ ΕΧΕΙ ΦΤΑΣΕΙ ΣΤΑ 85 ΕΤΗ.



ΑΥΤΑ ΟΜΩΣ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΣΕ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥΣ ΠΟΥ ΖΟΥΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΕΥΝΟΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΣΥΝΤΑΞΗ.ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΜΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΛΥΨΟΥΝ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΟΥΣ.



ΟΛΟΙ ΑΥΤΟΙ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΒΟΗΘΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΕΡΙΓΥΡΟ.



ΑΣ ΑΠΛΩΣΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΕΝΑ ΧΕΡΙ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ,ΣΤΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΣΕΒΑΣΜΟΥ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΔΥΝΑΤΗ ΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΩΝ ΜΑΣ.






ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΠΟΤΕ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΟΛΟΙ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΥΠΗΡΞΑΝ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΘΕΣΗ,ΟΠΩΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΑ ΘΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΗΛΙΚΙΑ.ΟΛΟΙ ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΤΟΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ.ΑΣ ΔΩΣΟΥΜΕ ΕΝΑ ΧΕΡΙ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΑ ΔΙΠΛΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ.



ΤΩΡΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΗΝ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ.






ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΙ ΔΕΝ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ.ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ.ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΜΕΡΟΣ ΣΕ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ,ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΘΕΩΡΟΥΝΤΑΙ ΕΝΕΡΓΑ ΜΕΛΗ.



Η ΤΡΙΤΗ ΗΛΙΚΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΜΟΝΩΘΕΙ ΑΠΟ ΕΜΑΣ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΝΕΟΤΕΡΟΥΣ.ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΗΣ ΔΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΚΙΝΗΤΡΟ ΝΑ ΦΑΝΕΙ ΧΡΗΣΙΜΗ,ΝΑ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΙΑ ΤΗΣ.



ΑΠΟ ΕΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΣΑΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ,ΤΟ ΣΕΒΑΣΜΟ ΚΑΙ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ Ε Υ Χ Α Ρ Ι Σ Τ Ω ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ.



ΦΟΡΟ ΤΙΜΗΣ ΛΟΙΠΟΝ ΛΙΓΗ ΑΓΑΠΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥΣ ΠΟΥ ΤΟΣΑ ΠΟΛΛΑ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ,ΕΝΩ ΖΗΤΟΥΝ ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ.ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΘΑ ΦΥΓΟΥΝ ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥΣ.


ΠΡΕΠΕΙ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΝΑ ΤΡΕΧΟΥΜΕ ΣΤΑ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΑ;
ΕΣΕΙΣ ΟΛΟΙ ΤΙ ΛΕΤΕ;ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΜΟΝΩΝΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΗΛΙΚΙΑ ΠΟΥ ΤΟ ΜΟΝΟ ΚΑΚΟ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΜΕΓΑΛΩΣΕ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ;ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΑΝ ΑΥΤΟΙ ΕΜΕΙΣ ΟΛΟΙ ΘΑ ΥΠΗΡΧΑΜΕ;ΑΣ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟ ΠΩΣ ΘΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΕ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΑΡΑΞΕΝΙΕΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΓΚΡΙΝΙΕΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΩΡΑ ΓΕΜΑΤΟΙ ΟΝΕΙΡΑ.

ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΟΠΩΣ ΛΕΕΙ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ.ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟ ΖΩΗΣ ΔΕΝ ΑΓΟΡΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΔΙΣ.
ΑΣ ΔΩΣΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟ ΑΓΑΠΗΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥΣ.ΜΠΟΡΟΥΜΕ!!!
ΤΙ ΛΕΤΕ;ΘΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΜΕ;

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΣ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΡΙ!!! ΚΑΙ ΑΣ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ.




EΛΠΙΔΑ





Τέσσερα κεριά έκαιγαν απαλά φωτίζοντας το σκοτεινό δωμάτιο. Η νύχτα ήταν τόσο ήσυχη που μπορούσες να τα ακούς να σιγοψιθυρίζουν…



“Είμαι η Ειρήνη, όμως κανένας δε φροντίζει να διατηρεί τη φλόγα μου, μάλλον θα πρέπει να αποχωρήσω”, ακούστηκε να ψιθυρίζει το πρώτο κερί και αργόσβησε.



“Είμαι η Πίστη, μα κανένας δε φαίνεται να με χρειάζεται πλέον, οπότε δεν υπάρχει νόημα να παραμένω αναμμένη”, είπε το δεύτερο κερί την ώρα που ένα απαλό αεράκι έσβηνε τη φλόγα του.



“Είμαι η Αγάπη, δεν έχω την αντοχή να διατηρήσω τη φλόγα μου. Οι άνθρωποι δε μου δίνουν σημασία και δεν κατανοούν την αξία μου. Έχουν πάψει να αγαπάνε ακόμα και τα πιο κοντινά τους άτομα.” ψιθύρισε το τρίτο κερί και έσβησε.



Ένα μικρό κοριτσάκι άνοιξε ξαφνικά την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Κοίταξε τα σβησμένα κεριά και με βουρκωμένα μάτια τους είπε: “Γιατί δεν είστε αναμμένα; Θα έπρεπε να είστε αναμμένα μέχρι το τέλος”



Τότε μοναχά μίλησε το τέταρτο κερί। “Μη κλαις, της είπε. Όσο υπάρχω εγώ και διατηρώ τη φλόγα μου, μπορούμε να ανάψουμε και πάλι τα σβησμένα κεριά. Το όνομα μου είναι Ελπίδα…”



_____________________________________________________________



ΩΡΑ ΧΑΜΟΓΕΛΩΝ




Πεθαίνει ο Μήτσος και πάει στον παράδεισο. Εκεί βλέπει ένα μέρος γεμάτο με ρολόγια. Την ίδια στιγμή συναντάει έναν άγγελο και τον ρωτάει:
- Γιατί είναι όλα αυτά τα ρολόγια εδώ;
-Κάθε ρολόι μετράει τη διαφθορά μιας χώρας. Όσο πιο γρήγορα κινούνται οι δείκτες τόσο πιο μεγάλη είναι διαφθορά, του λέει ο άγγελος.
Αμέσως ο Μήτσος πηγαίνει για να δει τα ρολόγια.
Βλέπει το ρολόι της Αμερικής και οι δείκτες κινούνταν κανονικά. Βλέπει το ρολόι της Γερμανίας και οι δείκτες κινούνταν κανονικά. Βλέπει το ρολόι της Ιταλίας και οι δείκτες κινούνταν κανονικά.
Ψάχνει για το ρολόι της Ελλάδας αλλά δεν το βρίσκει. Τότε ρωτάει τον άγγελο:
- Ρε άγγελε, το ρολόι της Ελλάδας δεν το βρίσκω… Πού είναι;
Και του απαντάει ο άγγελος:
- Το ρολόι της Ελλάδας το πήρε ο θεός για ανεμιστήρα।
_____________________________________________________________
Τρεις γυναίκες, μια μελαχρινή, μια κοκκινομάλλα και μια ξανθιά πεθαίνουν και πάνε στον Άγιο Πέτρο. Τους λέει ο Saint Peter:
“Θα σας πω 10 ανέκδοτα. Για να περάσετε τις πύλες του παραδείσου θα πρέπει να μη γελάσετε σε κανένα από τα ανέκδοτα. Αν γελάσετε, θα πάτε στην κόλαση.”
Πάει η μελαχρινή, κρατιέται στο πρώτο αλλά στο δεύτερο ανέκδοτο γελάει και τη στέλνει ο Πέτρος πακέτο στην κόλαση.
Πάει δεύτερη η κοκκινομάλλα, κρατιέται λίγο παραπάνω αλλά μετά από λίγο γελάει και τη στέλνει ο άγιος στην κόλαση.
Ήρθε η σειρά της ξανθιάς. Ξεκινάει ο Άγιος Πέτρος τα ανέκδοτα. Η ξανθιά ατάραχη… Είχε φτάσει στο 9ο ανέκδοτο ο Άγιος Πέτρος και η ξανθιά δεν είχε γελάσει, οπότε της λέει:
“Μπράβο, ένα ακόμα και θα πας στον παράδεισο.”
Ξαφνικά όμως η ξανθιά αρχίζει να γελάει λέγοντας:
“Χαχαχα, τώρα κατάλαβα το πρώτο!”
_____________________________________________________________


Το πρωί ήμουνα στην Εθνική Οδό, κοιτάω αριστερά και τί να δω!!! Μια γκόμενα, με μια αυτοκινητάρα, με πατημένα 120, να κοιτάζεται στον πλαϊνό καθρέφτη και να βάζει κραγιόν!
Και φυσικά, έτσι αφηρημένη όπως ήταν, είχε αρχίσει να μπαίνει στη λωρίδα μου! Τρόμαξα τόσο που μου έπεσε η ξυριστική μηχανή απ’ το ένα χέρι και το σάντουιτς από το άλλο.
Προσπάθησα να κουμαντάρω το τιμόνι με τα γόνατα, μου φεύγει και το κινητό όπως το κρατούσα με τον ωμό και μιλούσα, πέφτει μέσα στον καφέ που είχα ανάμεσα στα πόδια μου, έγιναν τα πλήκτρα του laptop σκατά!
Πάλι καλά που δε βράχηκε η εφημερίδα που είχα πάνω στο τιμόνι!



Γυναίκες οδηγοί, σου λέει μετά!



_____________________________________________________________




Έγινε κάποτε ένας διαγωνισμός τοξοβολίας στον οποίο έχουν φτάσει στον τελικό ένας Άγγλος, ένας Γερμανός και ένας Πόντιος. Ο στόχος ήταν να πετύχουν ένα μήλο το οποίο ήταν πάνω στο κεφάλι ενός ανθρώπου.



Πρώτος ρίχνει ο Άγγλος ο οποίος πετυχαίνει το μήλο και το κόβει στα δύο. Τότε γυρνάει πίσω και λέει στους άλλους:
“I am Robin Hood” (Είμαι ο Ρομπέν των Δασών) και όλοι τον χειροκροτούν.



Έρχεται η σειρά του Γερμανού, ο οποίος σημαδεύει σωστά και πετυχαίνει το μήλο πάνω στο κεφάλι, γυρνάει στο κοινό και λέει όλο καμάρι:
“I am Wilhelm Tell” (Είμαι ο Γουλιέλμος Τέλος) και όλοι τον χειροκροτούν.



Έρχεται και η σειρά του Πόντιου, ο οποίος σημαδεύει, ρίχνει το βέλος αλλά αστοχεί και πετυχαίνει το κεφάλι αντί για το μήλο. Τότε γυρνάει ο Πόντιος προς το έκπληκτο κοινό και τους λέει:
“I am…… sorry” :D



_____________________________________________________________

Μόλις έχει βρέξει και στο σπίτι το αντρόγυνο συζητά περί φαγητού. “Πήγαινε Μήτσο μου να μαζέψεις σαλιγκάρια, καιρό έχουμε να φάμε”, προτείνει η σύζυγος στον άντρα της. “Καλή ιδέα”, απαντά αυτός, και ξεκινά την αναζήτηση.
Πράγματι, πολλά τα σαλιγκάρια, πέρασε γρήγορα η ώρα, ώσπου κάποια στιγμή το απόγευμα εκεί που μάζευε ο Μήτσος βλέπει ένα φίλο του.
- Ρε συ, πάμε να πιούμε κανά κρασάκι, του λέει ο φίλος του.
- Μπα, θα με σκοτώσει η γυναίκα μου. Άστο καλύτερα.
- Πάμε ρε, καιρό έχουμε να τα πούμε, επέμενε ο άλλος.
Τελικά κατάφερε να τον πείσει και βρέθηκαν να τα πίνουν με τις ώρες. Το ένα ποτήρι κρασί έφερε το άλλο και πήγε η ώρα περασμένα μεσάνυχτα. Μόλις το παίρνει χαμπάρι ο Μήτσος λέει:
- Θα με σκοτώσει η γυναίκα μου. Της είπα ότι πάω για σαλιγκάρια και λείπω όλη μέρα.
Παίρνει λοιπόν τα σαλιγκάρια του και τρέχει προς το σπίτι. Φτάνοντας στο κατώφλι του σπιτιού του, βλέπει το φως αναμμένο. Αντιλαμβανόμενος τί έχει να ακούσει από τη γυναίκα του που τον περίμενε, ανοίγει τη σακούλα και σκορπάει τα σαλιγκάρια κάτω. Τότε ανοίγει την πόρτα και βλέπει τη σύζυγό του έτοιμη να του ορμήξει με το τηγάνι στο χέρι. Αμέσως ο Μήτσος γυρίζει το κεφάλι του προς τα πίσω και κάνοντας πως μιλάει στα σαλιγκάρια, λέει:
- Έλα, άλλο λίγο και φτάσαμε!
_____________________________________________________________
Ήταν κάποτε ένας Λαρισαίος από χωριό, που πήγε στην Αθήνα. Μπαίνει σε κάποιο πολυκατάστημα και λέει στον υπάλληλο:
- Θέλω ένα βρακί.
- Slip;, τον ρωτάει αυτός.
- Ε τί; Αν δε μου έλειπε θα ερχόμουνα;
_____________________________________________________________
Ο σύζυγος ήθελε να ζυγιστεί οπότε ανεβαίνει στη ζυγαριά. Τον βλέπει η σύζυγος να ρουφάει την κοιλιά και του λέει:
- Mε το να ρουφάς την κοιλιά σου την ώρα που ζυγίζεσαι, δεν πρόκειται να δείξει λιγότερα κιλά η ζυγαριά!
- Το ξέρω, βρε Μαρία!
- Τότε γιατί τη ρουφάς;
- Για να δω τι γράφει η ζυγαριά!
_____________________________________________________________
Ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας πάει στην Ιαπωνία για κάτι δουλειές. Φτάνει το απόγευμα και είχε την επόμενη μέρα ένα σημαντικό ραντεβού και μετά, σε περίπτωση που έκλεινε τη συμφωνία, μια παρτίδα γκολφ με τους νέους του συνεργάτες.
Όμως, επειδή ήθελε να δοκιμάσει την παράδοση των Γιαπωνέζων εκδιδόμενων γυναικών, πήρε μια γκέισα για μια νύχτα. Ενώ ήταν λοιπόν μέσα στο πάθος, ξαφνικά ξεφωνίζει αυτή “KAWASAKI!”. Aυτός φυσικά δεν καταλάβαινε αλλά φαντάστηκε ότι είναι η επιβράβευση του για το ότι ήταν πολύ καλός.
Συνέχισε λοιπόν πιο δυνατά και άρχισε αυτή “KAWASAKI! KAWASAKI!” ώσπου τελικά δεν άντεξε και σηκώνεται και φεύγει πριν αυτός καταλάβει τί γίνεται.
“‘Ημουν πολύ καλός γι’ αυτήν φαίνεται” σκέφτεται και πέφτει για ύπνο. Την άλλη μέρα πάει στο συμβούλιο και αφού κλείνει τη συμφωνία των πολλών εκατομμυρίων δολλαρίων τον καλούν για μια παρτίδα γκολφ. Εκεί, σε μια πολύ μακρινη βολή καταφέρνει και βάζει το μπαλάκι με την πρώτη και για
να δείξει ότι έμαθε και Ιαπωνικά, φωνάζει “KAWASAKI!”
Οι Ιαπωνέζοι συνεργάτες του τον κοιτάνε περίεργα και τον ρωτάνε:
- Τί εννοείς ‘λάθος τρύπα’;
_____________________________________________________________
Ένα Datsun, με την καρότσα φορτωμένη τίγκα στην πατάτα και στα γυφτάκια, κινείται γκαζομένο στην στην εθνική οδό.
Ξαφνικά ένα μπλόκο της τροχαίας, που ήταν καλά κρυμμένο, κάνει νόημα στον γύφτο οδηγό για να σταματήσει.
Ο γύφτος όμως, συνεχίζει με το γκάζι πατημένο.
Ο αστυνομικός, καβαλάει τη μοτοσυκλέτα του, γκαζώνει και προλαβαίνει το βαρυφορτωμένο Datsun. Του κλείνει το δρόμο και το αναγκάζει να σταματήσει.
- Δεν με είδες που σου έκανα σήμα; τον ρωτάει ο αστυνομικός.
- Σε είδα ρε φίλε, αλλά πού να σε βάλω; Δε βλέπεις ότι η καρότσα είναι φορτωμένη τίγκα;
_____________________________________________________________
Ήταν κάποιος που μόλις είχε αγοράσει ένα καινούργιο αυτοκίνητο. Οδηγώντας προς το σπίτι του, συναντάει στο δρόμο μια γιαγιά, η οποία του ζητά να την πάει στο χωριό.
Μπαίνει μέσα στο αμάξι η γιαγιά και ο οδηγός ξεκινά γρήγορα, βγαίνει στην εθνική οδό και ανεβάζει ταχύτητα 100, 150, 200 και πιάνει 250χλμ/ώρα τελική. Όπως πηγαίνει γρήγορα, πατάει και σκοτώνει μια χελώνα. Αρχίζει η γιαγιά να φωνάζει και να λέει “σκότωσες το ζώο του θεού, τί έκανες, πάει το ζωντανό”. Αυτός νευριασμένος γυρνάει και της λέει:
- Γιαγιά ξέρεις να οδηγείς;
- Όχι, απαντά η γιαγιά.
- Τότε σκάσε, της λέει όλο νεύρα ο οδηγός.
Παρακάτω χτυπά μια αγελάδα και η γιαγιά αρχίζει να λέει πάλι “σκότωσες το ζώο του θεού, τί έκανες κακούργε!”. Αυτός πολύ νευριασμένος γυρνά και της λέει:
- Γιαγιά ξέρεις να οδηγείς;
- Όχι, απαντά η γιαγιά.
- Τότε σκάσε, της ξαναλέει ο οδηγός.
Η γιαγιά σκέφτεται ότι δεν μπορεί να συνεχισθεί αυτό και παρακάτω αν την ξαναρωτήσει, θα απαντήσει ναι. Παρακάτω λοιπόν, καθώς έτρεχε με 250χλμ/ώρα, χτυπάει ένα ζευγάρι ηλικιωμένωνν που έβγαινε από την εκκλησία. Αρχίζει να φωνάζει πάλι η γιαγιά “τί έκανες, σκότωσες τους χριστιανούς” και τότε ο οδηγός γυρνά νευριασμένος και της λέει:
- Γιαγιά ξέρεις να οδηγείς;
- Ναι, απαντά αυτή τη φορά η γιαγιά.
- Ε τότε, πού είναι το φρένο;
_____________________________________________________________
Τέσσερις φίλοι, ανάμεσα στους οποίους ήταν κι ένας τραυλός, αποφασίζουν μια μέρα να πάνε για ψάρεμα με τη βάρκα που είχε ο ένας από αυτούς. Αφού ανοίχτηκαν στο πέλαγος, ετοίμασαν τα σύνεργά τους κι άρχισαν να ψαρεύουν.
Μετά από λίγη ώρα πετάγεται όρθιος ο τραυλός και αρχίζει να φωνάζει τρομαγμένος δείχνοντας προς τη θάλασσα.
- Κα… κα… κα… κα… κα…
Πριν προλάβει να τελειώσει την φράση του, ένα καράβι πέφτει επάνω στο βαρκάκι και το κάνει κομμάτια.
Αφού πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να συνέλθει από το ατύχημα, η παρέα ετοιμάζεται να ξαναπάει για ψάρεμα. Στην αρχή βέβαια κανείς δεν ήθελε τον τραυλό μαζί, αλλά με τα πολλά τον πήραν. Εκεί που ψάρευαν ήσυχα αρκετή ώρα πετάγεται ο τραυλός και αρχίζει να φωνάζει δείχνοντας προς τη θάλασσα.
- Κα… κα… κα… κα… κα…
Μόλις το ακούνε οι άλλοι τρείς τα παρατάνε όλα και βουτάνε στη θάλασσα για να σωθούν.
- Κα… κα… κα… κα… κα… καρχαρίας, λέει ο τραυλός।

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

AΣ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ ΓΙΑΤΙ ΛΕΜΕ ΚΑΠΟΙΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ;ΤΟΝ ΠΗΡΑΝ ΣΤΟ ΨΙΛΟ;Η ΤΟΥ ΕΒΑΛΕ ΤΑ ΔΥΟ ΠΟΔΙΑ Σ ΕΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙ;



"Τον πήραν στο ψηλό"


Παρ` όλη τη σκληρότητα και τον τρόμο που βασίλευαν στο Βυζάντιο, οι επαναστάσεις δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Πολύ συχνά, ο καταπιεζόμενος λαός ξεσηκωνόταν, άρπαζε τσεκούρια και μαχαίρια κι έπεφτε πάνω στους δυνάστες του, που τους κατακρεουργούσε. Όταν μια λαϊκή εξέγερση πετύχαινε, οι επαναστάτες ανακήρυσσαν δικό τους βασιλιά, έδιωχναν τους παλιούς αξιωματούχους της Αυλής κι έβαζαν δικούς τους στη θέση τους. Στη «Βασιλεύουσα» υπήρχε -έξω από το Επταπύργιο- ένα μέρος που ονομαζόταν Ψηλό, όπως εξακολουθεί να λέγεται ακόμη και σήμερα. Κι αυτό, γιατί η τοποθεσία ήταν πάνω από τη θάλασσα, δηλαδή ήταν μέρος ψηλό. Στο σημείο αυτό, οι επαναστάτες έσερναν αλυσοδεμένους τους πρώην βασανιστές τους, τους κρεμούσαν σ` ένα δέντρο κι άρχιζαν να τους διαπομπεύουν με το χειρότερο τρόπο. Μικροί και μεγάλοι, περνούσαν μπρος από τον τιμωρούμενο και τον έφτυναν ή του έριχναν λεμονόκουπες κλπ. Ύστερα τον ξεκρεμούσαν κι έτσι δεμένο τον πετούσαν στη θάλασσα. Με τον ίδιο σχεδόν τρόπο, τιμώρησαν τη Μαρία Κομνηνή, την ωραία αλλά σκληρή αυτοκράτειρα του Βυζαντίου. Από το περιστατικό αυτό και από την ονομασία της τοποθεσίας που πήγαιναν τους τιμωρημένους βγήκε η φράση «τον πήραν στο ψηλό».


------------------------------------------------------------------------------------------------------------
"Του έβαλε τα δυο πόδια σ` ένα παπούτσι"


Όλοι οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, διατηρούσαν στα παλάτια τους νάνους, για να τους διασκεδάζουν στα συμπόσια τους. Οι «τζουτζέδες» αυτοί -όπως τους έλεγαν- ήταν σχεδόν παντοδύναμοι και μπορούσαν να καταδικάσουν σε θάνατο ή ν` ανεβάσουν στα ψηλότερα αξιώματα, όποιον ήθελαν: Οι αυτοκράτορες τους είχαν φοβερή αδυναμία και ποτέ δεν τους χαλούσαν το χατίρι, σε καμιά περίπτωση. Τους είχαν, ακόμη, ως μυστικοσυμβούλους και κατάσκοπους. Μόνον όταν έπεφταν σε βαρύ παράπτωμα τρεις φορές, τιμωρούνταν κι αυτοί με μια περίεργη τιμωρία. Τους έβαζαν τα δυο πόδια μέσα στο ίδιο υπόδημα και τους άφηναν να κυκλοφορούν, χοροπηδώντας. Η τιμωρία αυτή κρατούσε από τέσσερις μέχρι έξι μήνες. Στο τέλος, ο νάνος δεν μπορούσε να κρατήσει περισσότερο το αφάνταστο αυτό μαρτύριο και έπεφτε στα πόδια του αυτοκράτορα, για να του ζητήσει έλεος. Έτσι, έμεινε η φράση: «Μου έβαλε ή του έβαλε τα δυο πόδια σ` ένα παπούτσι».

------------------------------------------------------------------------------------------------------------
"Καβάλησε το καλάμι"

Είναι μια έκφραση που ίσως προέρχεται από την αρχαία Ελλάδα. Πάντως οι Σπαρτιάτες την έλεγαν, για να πειράξουν τον Αγησίλαο. Και να η ιστορία: Ο Αγησίλαος αγαπούσε υπερβολικά τα παιδιά του. Λέγεται ότι, όταν αυτά ήταν μικρά, έπαιζε μαζί τους μέσα στο σπίτι, καβαλώντας, σαν σε άλογο, ένα καλάμι. Κάποια μέρα όμως, τον είδε ένας φίλος του σ` αυτή τη στάση. Ο Αγησίλαος τον παρακάλεσε να μην κάνει λόγο σε κανέναν, πριν γίνει κι αυτός πατέρας και νιώσει τι θα πει να παίζεις με τα παιδιά σου. Αλλά εκείνος δεν κράτησε το λόγο του και το είπε και σε άλλους, για να διαδοθεί σιγά - σιγά ο λόγος σε όλους και να φτάσει στις μέρες μας και το λέμε, όταν θέλουμε να πούμε για κάποιον ότι πήραν τα μυαλά του αέρα. Βέβαια, στην πάροδο των χρόνων άλλαξε η ερμηνεία του. Αυτό συμβαίνει και σε πάρα πολλές άλλες παροιμιώδεις εκφράσεις.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------
"Κάνει την πάπια"


Στη βυζαντινή εποχή, αυτός που κρατούσε τα κλειδιά του παλατιού -ο κλειδοκράτορας δηλαδή- ονομάζονταν Παπίας. «Ο Παπίας με τα του Εταιριάρχου αυτοπροσώπως ήνοιγον και έκλειον απάσας τας εις το παλάτιον εισόδους». Τώρα για ποιο λόγο τον έλεγαν έτσι, παραμένει άγνωστο. Ωστόσο με τον καιρό, το όνομα αυτό έγινε τιμητικός τίτλος, που δινόταν σε διάφορους έμπιστους αυλικούς. Ο Πάπιας είχε το δικαίωμα να παρακάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον αυτοκράτορα, να κουβεντιάζει μαζί του και να διασκεδάζει στα συμπόσια του. Κάποτε -όταν αυτοκράτορας ήταν ο Βασίλειος Β`- Παπίας του παλατιού έγινε ο Ιωάννης Χανδρινός, άνθρωπος με σκληρά αισθήματα, ύπουλος και ψεύτης. Από τη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα κλειδοκράτορα, άρχισε να διαβάλει τους πάντες -ακόμη και τον αδελφό του Συμεώνα - στον αυτοκράτορα. Έτσι, κατάντησε να γίνει το φόβητρο όλων. Όταν κανείς του παραπονιόταν πως τον αδίκησε, ο Χανδρινός προσποιούταν τον έκπληκτο και τα μάτια του ...βούρκωναν υποκριτικά. - «Είσαι ο καλύτερος μου φίλος, του έλεγε. Πώς μπορούσα να πω εναντίον σου στον αυτοκράτορα;». Η διπροσωπία του αυτή έμεινε κλασική στο Βυζάντιο. Γι` αυτό, από τότε, όταν κανείς πιανόταν να λέει κανένα ψέμα στη συντροφιά του ή να προσποιείται τον ανήξερο, οι φίλοι του του έλεγαν ειρωνικά: «Ποιείς τον Παπίαν»... Φράση που έμεινε ως τα χρόνια μας με μια μικρή παραλλαγή.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------
ΜΟΥ ΕΦΥΓΕ ΤΟ ΚΑΦΑΣΙ..
Στα Τούρκικα καφάς θα πει κεφάλι, κρανίο. Όταν, λοιπόν, η καρπαζιά, που έριξαν σε κάποιον είναι δυνατή λέμε :
" του έφυγε το καφάσι", δηλαδή, του έφυγε το κεφάλι από τη δύναμη του κτυπήματος.
Το ίδιο και όταν αντιληφθούμε κάτι σπουδαίο, λέμε :"μου έφυγε το καφάσι" , δηλαδή, μου έφυγε το κεφάλι από τη σπουδαιότητα

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΕ ΚΥΡΙΩΣ ΣΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ!!!




Ένα χαμόγελο κρέμεται απ'την άκρη των χειλιών σου..



Κρύβεται πίσω απ'τη ματιά σου..



Παίζει με όποιον το κοιτάει, αφήνει αμφιβολίες για την ύπαρξή του..






Μα ό,τι κ να συμβαίνει, μία είναι η αλήθεια..



Αυτό είναι πάντα εκεί..



Απλά κρύβεται καλύτερα। Αν ψάξεις, θα το βρεις



____________________________________________________________



Είναι δύο υπάλληλοι σε ενα γραφείο και δεν την παλεύουν καθόλου. Ιούλιος μήνας, ζέστη αφόρητη, πολλή δουλειά , όρεξη μηδέν. Ο ένας έχει σαλτάρει τελείως και έπειτα απο μερικές αποτυχημένες απόπειρες να κερδίσει μια άδεια απο το σκληρό αφεντικό, αποφασίζει να λάβει δραστικά μέτρα και να εκβιάσει λίγο την κατάσταση. Πάει λοιπόν και κρεμιέται απο το ταβάνι και αρχίζει να βγάζει περίεργους ήχους. Μπαίνει το αφεντικό στο γραφείο, τον βλέπει, μένει κάγκελο.



- Τί έπαθες ρε; Γιατί κρεμάστηκες απο το ταβάνι;



- Είμαι λάμπα!!



- Αα.. δεν πάς καλά εσύ. Πάρε μια αδειούλα μπάς και ξελαμπικάρεις λίγο.



Κατεβαίνει κάτω ο τύπος και φεύγει. Τον βλέπει ο συνάδελφος του και σηκώνεται και αυτός και τον ακολουθεί απο πίσω. Τον βλέπει το αφεντικό..



- Εσύ που πάς;



- Ε, δεν μπορώ να δουλέψω μεσα στα σκοτάδια.



________________________________________________________________

Έξι τα ξημερώματα, ο σύζυγος σηκώνεται στις μύτες των ποδιών του για να μη ξυπνήσει τη γυναίκα του.
Μαζεύει τις μπότες, τις πετονιές του, τα δολώματα και τα καλάμια του, τα φορτώνει στο αμάξι και φεύγει.
Μόλις ανοίγεται λίγο με τη βάρκα του, πιάνει μια φοβερή βροχή. Τσατισμένος, αποφασίζει να γυρίσει πίσω.
Μούσκεμα από τη βροχή, βγάζει σιγά σιγά τα ρούχα του, πάει στο υπνοδωμάτιο και μπαίνει μαλακά στο κρεβάτι.
Αγκαλιάζει απαλά τη γυναίκα του από πίσω και της ψιθυρίζει στ' αυτί:

"Γίνεται χαλασμός Κυρίου έξω. Βρέχει καρεκλοπόδαρα!"

Κι αυτή του απαντάει μισοκοιμισμένη:

"Πωπώ ... όσο σκέφτομαι κι αυτόν το μακάκα τον άντρα μου, που πήγε πάλι για ψάρεμα..."
__________________________________________________________
Ρωτάει ο μαιευτήρας την ετοιμόγεννη:
- Ο πατέρας του μωρού θα είναι παρών στον τοκετό;

Και αυτή:
- Όχι. Δεν τα πάνε καλά με τον σύζυγό μου.
__________________________________________________________
Ένας τύπος βλέπει την γυναίκα του να φοράει ένα δαχτυλίδι με ένα τεράστιο
διαμάντι,το οποίο είναι και πανάκριβο, και την ρωτάει:

-Ρε γυναίκα που το βρήκες αυτό το δαχτυλίδι? Αυτό κάνει μια περιουσία...
-Που να σου τα λέω άντρα μου. Εχθές που είχα πάει για καφέ με μια φίλη μου,
πάω στην τουαλέτα της καφετέριας που καθόμασταν και τι βλέπω..! Μέσα στον
νηπτήρα ήταν αυτό το πανέμορφο δαχτυλίδι! Κοιτάζω τριγύρω, δεν βλέπω kανέναν
και το πήρα!!!

Περνάνε μερικές μέρες και ο τύπος βλέπει την γυναίκα του που γυρνούσε από την
βόλτα, να φοράει μια πανάκριβη γούνα.
- Τι είναι αυτό ρε γυναίκα ? Που την βρήκες αυτή τη γούνα?
- Aσε άντρα μου που να στα λέω. Κάνανε λάθος στην γκαρνταρόμπα του μαγαζιού
που καθόμασταν με τη φίλη μου και αντί για το παλτό μου, μου έδωσαν αυτή τη
γούνα. Χαζή είμαι κι εγώ ? Την πήρα και εξαφανίστηκα!

-Τι να σου πω ρε γυναίκα... Είσαι πολύ τυχερή. Της απαντάει ο άντρας της. Εγώ
ένα σώβρακο βρήκα στο κρεβάτι μας και αυτό μου είναι μικρό
__________________________________________________________





Ένας τύπος μισούσε θανάσιμα τον γάτο της γυναίκας του και αποφάσισε να τον ξεφορτωθεί πηγαίνοντάς τον με το αυτοκίνητο 20 οικοδομικά τετράγωνα μακριά και να τον αφήσει στο πάρκο.

Καθώς επέστρεφε στο σπίτι, ο γάτος ερχόταν από τον δρόμο.
Την επόμενη ημέρα αποφάσισε να τον ξεφορτωθεί πηγαίνοντάς τον με το αυτοκίνητο 40 οικοδομικά τετράγωνα μακριά και να τον αφήσει.
Καθώς επέστρεφε στο σπίτι, ο γάτος ερχόταν από τον δρόμο.
Συνέχισε αφήνοντας τον γάτο όλο και πιο μακριά, αλλά ο κωλόγατος πάντοτε επέστρεφε στο σπίτι.

Τελικά, αποφάσισε να τον οδηγήσει πολλά χιλιόμετρα μακριά, να στρίψει δεξιά, να οδηγήσει πολλά χιλιόμετρα, να στρίψει αριστερά, να οδηγήσει πολλά χιλιόμετρα, να περάσει την γέφυρα, να στρίψει δεξιά, να οδηγήσει πολλά χιλιόμετρα, μέχρις όπου έφτασε σε ασφαλή απόσταση, κατά την γνώμη του, και εγκατέλειψε τον γάτο εκειπέρα.
Μερικές ώρες αργότερα, τηλεφώνησε στο σπίτι του:

-Τζένη,... ο γάτος είναι εκεί;

-Ναι,... γιατί ρωτάς;

Έξω φρενών ο τύπος απαντά:

-Για φέρτον στο τηλέφωνο τον μακάκα χάθηκα και θέλω οδηγίες !



____________________________________________________________




Ο Πόντιος πάει στο σινεμά.
Παίρνει το εισιτήριό του, πάει προς την αίθουσα, μπαίνει μέσα, αλλά ύστερα από ένα λεπτό βγαίνει και… πάει πάλι στο ταμείο. Κόβει κι άλλο ένα εισιτήριο και πάει να μπει μέσα. Έπειτα από ένα λεπτό, όμως, ξαναβγαίνει, πάει πάλι στο ταμείο και κόβει κι άλλο ένα! Τον κοιτάζει περίεργα ο ταμίας, αλλά δεν λέει τίποτε. Ύστερα από λίγο όμως… ξανάρχεται ο Πόντιος να κόψει κι άλλο εισιτήριο. Ο ταμίας έχει τρελαθεί και δεν αντέχει πια:

- "Με συγχωρείτε, κύριε", του λέει. "Εγώ να σας δώσω κι άλλο εισιτήριο, αλλά για πείτε μου, δεν τα λυπάστε τα λεφτά σας;".

Και ο Πόντιος:

- "Τα λυπάμαι, αλλά τι να κάνω; Αφού με το που μπαίνω μέσα, πετιέται μια πoυτ@ν@.. και μου… το σκίζει!"



___________________________________________________________




Χθες το βράδυ, καθόμασταν με τη γυναίκα μου στο τραπέζι συζητώντας διάφορα θέματα και φθάσαμε να μιλάμε για την ευθανασία.
Στο θέμα της επιλογής μεταξύ ζωής και θανάτου, της είπα:

"Μην μ' αφήσεις ποτέ να ζήσω σ' αυτή την απαίσια κατάσταση, να εξαρτώμαι από μία μηχανή και να ταίζομαι από το υγρό μιας μπουκάλας. Εάν με δεις σε τέτοια κατάσταση, αποσύνδεσε τα μηχανήματα που με κρατάνε στη ζωή".

Οπότε η γυναίκα μου σηκώθηκε, αποσύνδεσε την τηλεόραση, έσβησε τον υπολογιστή και πέταξε τη μπύρα μου।
_____________________________________________________________


Μια μέρα, Ο σύζυγος γυρνάει στο σπίτι κατά τις 6 το απόγευμα και λέει στη γυναίκα του:
- Καλή μου, έχω ένα meeting για τη δουλειά στις 10 το βράδυ, αλλά δε θα πάω...!! Μου φαίνεται ότι με εκμεταλλεύονται!!

Η γυναίκα, δείχνοντας ότι νοιάζεται γι' αυτόν, τον πείθει πως η δουλειά είναι σημαντική. Τότε, ο σύζυγος πάει να κάνει ένα ντουζάκι για να είναι έτοιμος και σκέφτεται:

- Ήταν εύκολο να τη κοροϊδέψω!.

Σαν γυναίκα που αξίζει να το κάνει, όταν ο άντρας της μπαίνει στο μπάνιο, τσεκάρει όλα του τα πράγματα: το πορτοφόλι, το τσαντάκι, το σακάκι, τα μηνύματα στο κινητό κτλ. Και βρίσκει ένα χαρτάκι με το παρακάτω κείμενο :

"Μωρό μου, σε περιμένω για να φάμε τη γαλοπούλα με τη λευκή σάλτσα που έχουμε πει..."

Η γυναίκα ξαναβάζει το χαρτάκι εκεί που ήταν.
Όταν ο άντρας βγαίνει από το μπάνιο τη βλέπει ξαπλωμένη στο κρεβάτι, σε μία στάση πολύ προκλητική...
... και χωρίς να χάνουν χρόνο.... όπως τους παλιούς καιρούς...

...Όταν τελείωσαν, ο τύπος μισοπεθαμένος, αποκοιμιέται. Όταν πλησίαζε η ώρα του 'meeting', η γυναίκα τον ξυπνάει. Παρόλα αυτά αυτός δεν ήθελε να ξέρει τίποτα για το 'meeting'. Τελικά η σύζυγος τον πείθει να πάρει τα πόδια του και να πάει...

Όταν έφτασε στο σπίτι της ερωμένης του, πολύ κουρασμένος της λέει:
- Καλή μου, έχω δουλέψει πολύ σήμερα και μόνο θα κάνω ένα ντουζάκι και θα ξεκουραστώ λίγο...

Μπαίνοντας στο μπάνιο, η ερωμένη -γυναίκα ούσα- τσεκάρει τις τσέπες του παντελονιού και βρίσκει ένα χαρτάκι που γράφει :

"Σου στέλνω τη γαλοπούλα.
Η λευκή σάλτσα έμεινε σπίτι.
Η Σύζυγος "

_____________________________________________________________



Ένας νιόπαντρος, ο οποίος πρόσφατα απόκτησε παιδί με τη σύζυγό του, γράφει γράμμα στη μητέρα του για να της ανακοινώσει τα χαρμόσυνα νέα:
- Αγαπητή μητέρα, επιτέλους αποκτήσαμε κι εμείς ένα παιδί, το δικό σου εγγονάκι. Δυστυχώς όμως, η γυναίκα μου δεν έχει γάλα και αναγκαστήκαμε να δίνουμε στο μωρό γάλα από μια μαύρη γειτόνισσα, με αποτέλεσμα κάθε μέρα που περνάει, το παιδί μας όλο και μαυρίζει.
Και η μητέρα του απαντάει:
- Αγαπητέ μου γιέ, όταν γεννήθηκες εσύ κι εγώ δεν είχα γάλα। Αναγκαστήκαμε λοιπόν, να σου δίνουμε γάλα από κατσίκα. Αλλά τα κέρατα βλέπω τώρα τα βγάζεις…

_____________________________________________________________

Ένας κύριος στο λεωφορείο, κάθεται δίπλα σε μια νέα κοπέλα και δεν έχει πάρει τα μάτια του από τα πόδια της. Κάποια στιγμή της λέει:
- Αν σας δώσω ένα δέκα ευρώ θα σηκώνατε τη φούστα σας λίγο πάνω από το γόνατο;
- Γιατί όχι, λέει η κοπέλα.
Παίρνει το δεκάευρω και σηκώνει τη φούστα της πάνω από το γόνατο.
Λίγο αργότερα του λέει η κοπέλα:
- Αν μου δώσετε πενήντα ευρώ μπορώ να σας δείξω και το μέρος που έκανα εγχείριση σκωληκοειδίτηδος.
Πρόθυμος και κατενθουσιασμένος ο κύριος της τα δίνει. Τότε αυτή, δείχνοντας έξω από το παράθυρο, του λέει:
- Να, σε αυτή την κλινική απέναντι!

______________________________________________________________

Ένα αντρόγυνο μαλώνει στο αυτοκίνητο. Κάποια στιγμή ο άντρας βλέπει δύο γαϊδούρια και λέει στη γυναίκα του, για να την πειράξει:

- "Συγγενείς σου είναι;"

Και η γυναίκα του απαντάει:

- "Ναι. Τα πεθερικά μου!

______________________________________________________________

Ένας φουκαράς αποκοιμήθηκε μέρα μεσημέρι στην πλαζ και ο ήλιος τού κατάκαψε τα μπούτια. Τον πάνε στο νοσοκομείο σε κακά χάλια.
Το δέρμα του ήταν κατακόκκινο, γεμάτο φουσκάλες και οτιδήποτε άγγιζαν τα μπούτια του και του προκαλούσε φοβερό πόνο.

Ο γιατρός τού έγραψε ενδοφλέβιες ενέσεις με νερό και ηλεκτρολύτες, ένα ήπιο ηρεμιστικό και Βιάγκρα.
Ξαφνιασμένη η νοσοκόμα ρώτησε:
-τι καλό θα τού κάνει το Βιάγκρα σ` αυτή την κατάσταση;
Και ο γιατρός:

-θα κρατάει το σεντόνι μακριά από τα μπούτια του।


Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΣ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ ΕΝΑ ΟΜΟΡΦΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ!!!

Ο Κούρος και το αγόρι που αγαπούσε τα όπλα ή Ποιος είπε ότι τα αγάλματα δεν κλαίνε

Μια φορά κι έναν καιρό, τα πολύ παλιά χρόνια, τόσο παλιά που τα ονομάζουν αρχαιότητα, ήταν ένα 'oμoρφo αγ'oρι, που το έλεγαν Κούρο. Ήταν φτιαγμένος από μάρμαρο και το γυμνασμένο του άσπρο και λείο κορμί άστραφτε στον ήλιο. Τα μακριά μαλλιά του έπεφταν σε μπούκλες πάνω στους φαρδιούς του ώμους. Βόστρυχους τις λένε οι αρχαιολόγοι, αυτοί που μελετάνε την αρχαιότητα. Χαμογελούσε συνεχώς, θαρρείς και το χαμόγελο είχε πετάξει όμοιο πεταλούδα και στόλιζε το ομορφοκαμωμένο του στόμα. Το αριστερό του πόδι έκανε ένα βήμα μπροστά σαν να βάδιζε αργά-αργά και να παρατηρούσε τον κόσμο με την ησυχία του. Άλλωστε είχε όλο τον καιρό μπροστά του, αφού δε θα έφευγε από τον κόσμο αυτό ποτέ. Ήταν αθάνατος. Όμως ο Κούρος ήταν πάντα ακίνητος να αγναντεύει τον ήλιο, να τον χαϊδεύει το αεράκι, να μυρίζει τα αγριολούλουδα, να τον λούζει η βροχούλα, να θαυμάζει την πλάση. Όρθιος και χαμογελαστός πάνω στο βάθρο του, ακίνητος και αθάνατος και γαλήνιος.

Κάποτε αναρωτήθηκε γιατί άραγε βρίσκεται εκεί. Και ανακάλυψε πως ένα άλλο αγόρι, που δε ζούσε πια, αλλά που ήταν εξίσου όμορφο με αυτόν, βρισκόταν παραδίπλα δίχως ήλιο, φως , αγέρα, βροχή. Εκείνος ο νέος κάποτε τα χαιρόταν όλα τούτα. Του άρεσε μάλιστα να παλεύει με άλλα αγόρια στην παλαίστρα, να γυαλίζει την ασπίδα του, να ρίχνει το ακόντιό του. Ήρθαν όμως δύσκολοι καιροί και ανακάλυψε πως έπρεπε να παλεύει με άλλα αγόρια από άλλα μέρη και να ρίχνει το ακόντιο, όχι όμως πια για παιγνίδι. Τον έστειλαν να πολεμήσει άλλα όμορφα αγόρια. Και τώρα δε γέλαγε και δε χαιρόταν. Δεν του άρεσαν πια τα όπλα, αλλά ήταν πολύ αργά. Ένα ακόντιο όμοιο με το δικό του τον χτύπησε και μόλις που πρόλαβε να αντικρίσει για τελευταία φορά τον ήλιο και να νιώσει το απαλό αεράκι να του χαϊδεύει το πρόσωπο και να μυρίσει τα αγριολούλουδα γύρω του, καθώς σωριαζόταν καταγής. Έφυγε από τον κόσμο αυτό και πήγε σε έναν άλλο κόσμο μακριά από τους γονείς του, τους φίλους του, την πόλη του, τα λουλούδια, τον αέρα, τη βροχή.

Οι γονείς του απαρηγόρητοι τον έβαλαν να κοιμηθεί για πάντα. Θρηνούσαν για το αγόρι τους που δεν μπορούσε να δει, να μιλήσει, να γευτεί, να μυρίσει. Δεν ήξεραν πια τι να του προσφέρουν, για να χαρεί. Ώσπου κάθισαν και σκέφτηκαν να παραγγείλουν να τους φτιάξουν ένα όμορφο σαν το αγόρι που χάσανε άγαλμα, τον Κούρο. Ένα αγόρι που θα ήταν αθάνατο σε αντίθεση με το δικό τους αγόρι και που θα χαιρόταν για πάντα το φως, τον αέρα, τις βροχές. Ακόμα θα συντρόφευε το γιο τους που είχε φύγει μακριά τους. Ένας γλύπτης λοιπόν έβαλε όλη του την τέχνη και το συναίσθημα και να! Δημιουργήθηκε ο Κούρος! Τον στήσανε σε ένα βάθρο δίπλα από εκεί που ήταν ξαπλωμένο για πάντα το αγόρι τους, που του άρεσε κάποτε να παίζει με τα όπλα.

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια και θαύμαζαν οι άνθρωποι το χαμογελαστό μαρμάρινο αγόρι, τον Κούρο. Και θυμόντουσαν βλέποντας τον το άλλο αγόρι, που αγαπούσε τα όπλα κάποτε και τώρα βρισκόταν ξαπλωμένο παρακεί. Κι έτσι κοιτώντας τον Κούρο παρηγοριόνταν οι γονείς και οι φίλοι του αγοριού, που δεν ήταν πια μαζί τους. Και μετά από πολύ-πολύ καιρό, όταν έπαψαν πια να υπάρχουν κι αυτοί, θαύμαζαν οι περαστικοί τον όμορφο Κούρο κι αναρωτιόνταν για ποιο ωραίο αγόρι, που δε ζούσε πια, είχε φτιαχτεί. Εκείνο που δεν ήξεραν είναι πως με τον καιρό τα δυο παιδιά έγιναν φίλοι. Έλεγε ο Κούρος στο αγόρι κάτω από το χώμα τι έβλεπε, τι μύριζε, τι ένιωθε, όταν τον άγγιζε ο ήλιος και ο αγέρας και η βροχή. Κι έλεγε το αγόρι κάτω από το χώμα στον Κούρο πώς είναι να μπορείς να κινείσαι, να σταματήσεις να χαμογελάς, να κλαις, να αγαπάς, να διαλέγεις. Έτσι έδινε ο καθένας στον άλλο αυτό που του έλειπε.

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, οι αιώνες και γίνονταν όλο και περισσότερο φίλοι τα δυο παιδιά, ο μαρμάρινος Κούρος και ο νέος που κάποτε αγαπούσε τα όπλα. Ώσπου ξάφνου ένας δυνατός σεισμός τράνταξε τον Κούρο και τον έριξε από το βάθρο του. Έχασε για λίγο την αιώνια γαλήνη του και δεν μπορούσε πια να κοιτάζει από ψηλά τους διαβάτες και τους αγρούς. Αλλά δεν τον πείραζε, γιατί τώρα άθελά του ξάπλωσε δίπλα από το αγόρι που κάποτε αγαπούσε τα όπλα. Ήταν πια πιο κοντά και τα λέγανε καλύτερα. Ύστερα ήρθαν καταιγίδες και νεροποντές και πάλι καταιγίδες και πάλι νεροποντές και ο Κούρος λίγο-λίγο σκεπάστηκε με το χώμα που παρέσυρε το νερό. Στην αρχή καλύφθηκε το μισό αριστερό του πόδι. Μετά όλο το δεξί του χέρι. Τέλος κρύφτηκε ολόκληρος κάτω από τη γη δίπλα από το φίλο του.

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, οι αιώνες, ώσπου ξάφνου τα δυο αγόρια ακούνε θόρυβο! Γκαπ, γκουπ! «Μα τι συμβαίνει;» αναρωτήθηκαν. Κι όλο και πλησίαζαν οι χτύποι. Γκαπ, γκουπ! Περίμεναν με περιέργεια να δουν τι είναι αυτό που τους ανησυχεί. Οι ήχοι γίνονταν όλο και πιο δυνατοί, έρχονταν όλο και πιο κοντά. Και νά, ξαφνικά μια ηλιαχτίδα τους τυφλώνει! Κι άλλη, κι άλλη! Και λούστηκαν στο φως. Ήλιος! Και μαζί αεράκι και οι ευωδιές από τα αγριολούλουδα! Μα τι είναι αυτό που ακούγεται; Φωνές, επιφωνήματα θαυμασμού! «Α, τι υπέροχος!». Άνθρωποι πολλοί που θαύμαζαν ξανά μετά τόσους αιώνες το μαρμάρινο αγόρι. Που αναρωτιόνταν ξανά μετά τόσους αιώνες για το άλλο αγόρι, εκείνο που για χάρη του σμιλεύτηκε στο μάρμαρο ο Κούρος. Ήταν αρχαιολόγοι και άλλοι πολλοί. Πιάσαν όλοι μαζί προσεκτικά το χαμογελαστό Κούρο και τον σήκωσαν. Ξανά όρθιος μετά τόσους αιώνες! Μετά μάζεψαν με προσοχή τα οστά του αγοριού που κάποτε αγαπούσε τα όπλα. Βρήκαν δίπλα του την ασπίδα του φαγωμένη από το χρόνο. Και το ακόντιο του. Και την πανοπλία του. Τα όπλα του που δεν τα αγαπούσε πια. Όλα σκουριασμένα και σχεδόν κατεστραμμένα. Τα μάζεψαν και αυτά.

Τα δυο αγόρια ανασκίρτησαν। «Και τώρα που μας πάνε; Θα μας χωρίσουν άραγε;» «Μα δε γίνεται αυτό», απάντησε φοβισμένος ο Κούρος। «Εγώ φτιάχτηκα για να σε συντροφεύω και να σε θυμίζω στους ανθρώπους που με βλέπουν!» Τον πήρανε τον Κούρο. Τον έστησαν σε ένα ωραίο μουσείο μαζί με πολλά άλλα εκθέματα. Πολλοί επισκέπτες τον κοίταζαν με θαυμασμό, άλλοι απλά τον γυρόφερναν με περιέργεια, σχεδόν κανείς όμως δεν σκεπτόταν το φίλο του, το αγόρι που κάποτε αγαπούσε τα όπλα, ούτε και ξέρανε την ύπαρξη του. Εκείνος πάντα συνέχιζε να χαμογελά. Αλλά τα βράδια, όταν το μουσείο κλείδωνε τις πόρτες του και μέναν μόνα τους τα αγάλματα, ο Κούρος έπαυε να χαμογελά, γιατί του έλειπε ο φίλος του. Πού ήταν; Κανείς δεν ήξερε. Ίσως σε κάποιο υπόγειο του μουσείου ή σε κάποια αποθήκη. Μα πώς μπόρεσαν να τους χωρίσουν; Ένα δάκρυ κύλησε στο μαρμάρινο μάγουλο του. Κι ύστερα άρχισε πάλι να χαμογελά. Σκέφτηκε πως περνώντας οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, οι αιώνες ίσως ξανάβρισκε το φίλο του, το αγόρι που κάποτε αγαπούσε τα όπλα, μα τώρα δεν τα αγαπούσε καθόλου. Έτσι κι αλλιώς ήταν αθάνατος. Είχε όλο τον καιρό δικό του να περιμένει και να ελπίζει. Μια αιωνιότητα!
___________________________________________________________________

Κλεοπάτρα και Μινγκ

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΣ ΠΑΙΞΟΥΜΕ ΠΑΙΧΝΙΔΑΚΙ ΑΦΟΥ ΜΕ ΚΑΛΟΥΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΛΕΣΩ ΜΕ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΜΟΥ.


ΕΔΩ ΚΑΙ ΑΡΚΕΤΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΕΧΩ ΠΑΡΕΙ ΑΡΚΕΤΕΣ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΦΙΛΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΙΞΩ ΚΑΙ ΓΩ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΕΚΑ ΑΓΑΠΕΣ।
ΜΕ ΠΡΟΣΚΑΛΕΣΑΝ ΟΙ:
http://savvinastudio।blogspot।com/ Η सव्वा
http://stavroulazervald18parach.blogspot.com/
http://kokorakia।blogspot.com/
http://taksidiatoynou।blogspot.com/
http://vickaki2112।blogspot.com/
http://tallamarh।blogspot.com/
http://ioannakal।blogspot.com/
http://genkarina।blogspot.com/
Ας παίξουμε λοιπόν....

Αλλά όπως κάθε παιχνίδι έχει όρους, θα πρέπει να γράψω 10 πράγματα που αγαπάω και ύστερα να προσκαλέσω 10 φίλους για να παίξουν...
Αντε τώρα να διαλέξω αφού εισαστε ολοι -ολες εκλεκτοί।
Επειδή οι περισσότεροι έχουμε παίξει θα διαλέξω μερικούς που πιστεύω οτι δεν εχουν παίξει.

ΑΓΑΠΩ ΛΟΙΠΟΝ।
1)Τους ανθρώπους που χαμογελούν με αληθινό χαμόγελο χωρίς υποκρισίες

2)Τους γονείς μου που ειναι οι καλυτεροι

3)Τα ζώα

4)Τη μουσική που σε ταξιδευει

5)Να διαβάζω κόμικς και να τα ζωγραφίζω

6)Την ειλικρίνεια
7)Τους 2 καλούς μου φίλους

8)Την δικαιοσύνη

9)Το μπάσκετ

10)Την επικοινωνία με τους ανθρώπους όπως είσαστε ολοι-ολες εσεις που πάντοτε βρίσκεστε εδώ।



Οι όροι για όσους δεν το παρακολούθησαν μέχρι τώρα:



  1. Αναφέρεις αυτόν που σε κάλεσε

  2. Γράφεις 10 πράγματα που αγαπάς

  3. Καλείς 10 φίλους να παίξουν
Καλώ λοιπόν να παίξουν।
________________________
http://environment-medicines-food।blogspot.com/
http://avraoneirou।blogspot.com/
http://totaxidimou।blogspot.com/
http://akrovatisa।blogspot.com/
http://greatdirectorsgreatmovies।blogspot.com/
http://pwlinaxristopoulou।blogspot.com/
http://hfaistiwnas।blogspot.com/
http://elafivolion।blogspot.com/
http://aktida।blogspot.com/
http://diamantenia-problita।blogspot.com/

ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΑΙΞΕΙ ΑΚΟΜΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΠΡΌΣΔΕΚΤΟΣ ΝΑ ΠΑΙΞΕΙ.

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΣ ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ ΤΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΜΕ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΚΑΙ ΑΣ ΜΑΘΟΥΜΕ ΤΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ.


Η μικρή ρωγμή

Μια φορά και έναν καιρό...
ένας Σουλτάνος έχτισε ένα παλάτι στην καρδιά της ερήμου.
Έφερε εργάτες και όλα τα αναγκαία υλικά ξοδεύοντας 100.000 δηνάρια.
Το παλάτι ήταν υπέροχο με χρυσούς και αργυρούς τρούλους και πυργίσκους, με καταπράσινους κήπους και σιντριβάνια, καρποφόρα δέντρα και πουλιά.
Τα δωμάτια ήταν επιπλωμένα και διακοσμημένα με μεγάλη χλιδή αλλά και καλό γούστο.

Όταν ήταν τελειωμένο πια κάλεσε τους βεζίρηδές του, τους άρχοντες και τους μεγιστάνες του για τα εγκαίνια. Ήρθαν όλοι φέρνοντας δώρα για τη γιορτή.
Ο Σουλτάνος, αφού τους ξενάγησε παντού δείχνοντας όλες
τις ομορφιές του παλατιού του, τους έβαλε να καθίσουν μαζί του
σε μια αίθουσα για να φάνε και να πιούνε.
Τους ρώτησε όλους να πούνε τη γνώμη τους -κατά πόσο υπήρχε κάποια λεπτομέρεια, κάποια παράλειψη που να χρειαζόταν διόρθωση.
Όλοι μίλησαν με εγκωμιαστικά λόγια και κανείς δεν ανέφερε
κανένα ελάττωμα, κανένα ψεγάδι.

Μόνο ένας γέροντας ιερωμένος δεν έλεγε τίποτα ωσότου τελικά ο Σουλτάνος τον πίεσε και αυτόν να μιλήσει.
«Σουλτάνε μου», του είπε με σεβασμό, «χίλια να 'ναι τα χρόνια σου για κάθε μέρα μου, όμως υπάρχει ένα μικρό ελάττωμα, μια μικρή ρωγμή, στο οικοδόμημά σου.
Αν δεν υπήρχε αυτή η ρωγμή το παλάτι σου θα ήταν ανώτερο και από τον παράδεισο.»

«Δε βλέπω καμιά ρωγμή, καμιά παράλειψη!», είπε οργισμένος ο Σουλτάνος.
«Εσύ δεν ξέρεις τίποτα από αρχιτεκτονική και
προσπαθείς τώρα να κάνεις επίδειξη με ανοησίες.»

«Έχεις δίκιο, πολυχρονεμένε μου! Εγώ δεν ξέρω τίποτα από αρχιτεκτονική,
μα η ρωγμή υπάρχει. Όλοι την έχουν αμελήσει και κανείς δεν μπορεί να τη διορθώσει. Δεν τη βλέπετε λόγω της αλαζονείας σας. Μιλώ για τη ρωγμή μέσα από την οποία έρχεται ο άγγελος του Θανάτου, ω Σουλτάνε μας!
Τι γίνεται όταν έρθει εκείνος; Ποιος θα τον σταματήσει;
Δεν υπάρχει καμιά τέχνη που να κάνει άφθαρτο το φθαρτό,
ούτε πλούτος που να φράξει τη ρωγμή εκείνη.
Γι αυτό Σουλτάνε μου μη στηρίζεις την ευτυχία σου σε αυτά τα πράγματα και
μην αφήνεις την υπερηφάνεια να σε τυφλώνει.»
___________________________________________________________________

Η ΩΡΑ ΓΙΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ

- Και γιατί κατηγορούμενε, δεν έσπευσες να παραδώσεις αυτήν την πολυτιμη καρφίτσα, αφού λες ότι την βρήκες στον δρόμο;

- Μα κύριε δικαστά, δεν βλέπετε που γράφει πάνω: "Δική σου για πάντα;"
_______________________________________________________________
Τέσσερις ναυαγοί ηλικίας 20, 30, 40 και 60 ετών βρίσκονται σε ένα νησί και σε απόσταση αναπνοής σε ένα άλλο νησί βρίσκονται 4 καταπληκτικά μοντέλα.
Ο 20άρης λέει:
- Γρήγορα να κολυμπήσουμε να πάμε απέναντι στα κορίτσια!
Ο 30άρης του απαντά:
- Καλά μην βιάζεσαι και τόσο...
Ο 40άρης προτείνει:
- Εγώ λέω να κατασκευάσουμε μία σχεδία
O 60άρης:
- Για σταθείτε βρε παιδιά Γιατί να τα κάνουμε όλα αυτά; Αφού και από εδώ βλέπουμε!!!
________________________________________________________________
Δύο βοσκοί συζητούν για τα ερωτικά τους κατορθώματα.
- "Που λες Μήτσουμ, εδώ σ` αυτό το βραχάκι μπρουστά μας έκαμα χθες για πρώτη φορά έρωτα με την Μαριγώ."
- "Σώπα ρε. Τι μι λες."

- "Αρε αλήθεια σι λέω ήταν κι μάνα της μπροστά."

- "Σώπα ρε. Κι τι έλεγε ρε;"
- "Μπεεεε."
________________________________________________________________
Ένα Σάββατο κατά τις έντεκα το πρωί ένας καλοντυμένος κύριος, παρουσιάζεται,συνοδεύεται από μια κομψή κυρία,σ' ένα κατάστημα πού πουλάει γούνες και ζητάει να δει μερικά παλτά από βιζόν.
Διαλέγει ένα για την νεαρή γυναίκα και βγάζει το καρνέ των επιταγών του.
- Θα δώσετε το τσεκ στην Τράπεζα τη Δευτέρα το πρωί, λέει στον καταστηματάρχη και θα στείλετε το παλτό στ η διεύθυνση της κυρίας αμέσως μόλις πάρετε τα λεφτά.
Δύο μέρες περνούν. Τη Δευτέρα το πρωί ο κύριος πηγαίνει και πάλι στο μαγαζί αυτή τη φορά μόνος του και ο καταστηματάρχης του λέει οτι το τσεκ του δεν έχει αντίκρυσμα.
- Το ήξερα, λέει ο κύριος, από την αρχή Αλλά μου χαρίσατε το ωραιότερο Σαββατοκύριακο της ζωής μου.
________________________________________________________________
Ο πωλήτης αυτοκινήτων προσπαθεί να εξυπηρετήσει έναν απαιτητικό Σκοτσέζο. Για να τον πείσει να αγοράσει, του λέει:
- Είναι πάρα πολυ οικονομικό αυτοκίνητο.Να φανταστείτε πως με μόνο ένα κουτάλι βενζίνη μπορείτε να κάνετε δέκα ολόκληρα χιλιόμετρα.
Και ο Σκοτσέζος:
- Τι κουτάλι; Κουτάλι του γλυκού ή μήπως της σούπας;
_______________________________________________________________
Ένας Σκωτζέζος μπαίνει σε ένα μπαρ, κάθεται και παραγγέλνει μία μπύρα. Πριν πει ρωτάει πόσο κοστίζει.
- 150 δραχμές, απαντά το γκαρσόνι.
- Πανάκριβη είναι, λέει ο Σκωτζέζος.
- Όρθιος θα μπορούσατε να την πιείτε με 100 δραχμές, του λέει το γκαρσόνι.
Και αν σταθώ στο ένα πόδι; απαντά ο Σκωτζέζος!
_______________________________________________________________
Μπαίνει ένας άνδρας σε ένα βιβλιοπωλείο:
- Έχετε, ρωτάει, το βιβλίο "Αντρας, ο αρχηγός του σπιτιού";
- Όχι, δεν πουλάμε παραμύθια...
_______________________________________________________________
Ένας Γάλλος, ένας Ιταλός κι ένας Έλληνας συζητούν περί σεξ:

- Χθες το βράδυ, λέει ο Γάλλος, έκανα τρεις φορές έρωτα με την γυναίκα μου και το πρωί, μου έφτιαξε μια υπέροχη ομελέτα!

- Εγώ, λέει ο Ιταλός, έκανα έξι φορές έρωτα με την γυναίκα μου και το πρωί μου είχε φτιάξει ένα υπέροχο πρωινό, λέγοντάς μου ότι θα με αγαπά για πάντα!

Ο Έλληνας δεν μιλούσε κι έτσι αναγκάστηκαν να τον ρωτήσουν οι άλλοι:

- Εγώ, λέει ο Έλληνας, έκανα μόνο μία φορά.

- Μόνο μία;

- Ναι.

- Και τι σου είπε το πρωί;

- Μην σταματάς, μωρό μου!
________________________________________________________________
Ένας τύπος μπαίνει σε ένα μπαρ και παραγγέλνει μία μπίρα.
Μετά από λίγο χρειάζεται να πάει στην τουαλέτα αλλά επειδή φοβάται μην κλέψει κανείς το ποτό του βάζει ένα σημάδι που έγραφε.
"Έχω φτύσει στην μπίρα, μην πίνετε!".
Μετά από λίγα λεπτά επιστρέφει και υπάρχει μια άλλη που βρίσκεται δίπλα στην μπύρα του, να λέει, "Έτσι έκανα!"

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

ΣΑΣ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ;;ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ!!

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ





Η Αλεπού κοίταξε το Μικρό Πρίγκηπα, για πολύ ώρα.


-Σε παρακαλώ εξημέρωσέ με! είπε.


-Το θέλω, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, αλλά δεν έχω πολύ χρόνο. Έχω να ανακαλύψω φίλους και πολλά πράγματα να γνωρίσω.


-Γνωρίζουμε μονάχα τα πράγματα που εξημερώνουμε, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίζουν τίποτα. Τ’ αγοράζουν όλα έτοιμα απ’ τους εμπόρους. Επειδή όμως δεν υπάρχουν έμποροι που να πουλάν φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσέ με.


-Τι πρέπει να κάνω; Είπε ο μικρός πρίγκιπας.


-Χρειάζεται μεγάλη υπομονή, απάντησε η αλεπού. Στην αρχή θα καθίσεις κάπως μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι. Θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού κι εσύ δε θα λες τίποτα. Ο λόγος είναι πηγή παρεξηγήσεων. Κάθε μέρα, όμως, θα μπορείς να κάθεσαι όλο και πιο κοντά…


Την επόμενη μέρα ο μικρός πρίγκιπας ξαναήρθε.


-Θα ήταν καλύτερα αν ερχόσουν την ίδια πάντα ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι, για παράδειγμα, στις τέσσερις τ’ απόγευμα από τις τρεις θ’ αρχίζω να είμαι ευτυχισμένη. Όσο περνάει η ώρα τόσο πιο ευτυχισμένη θα νιώθω. Στις τέσσερις πια θα κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα και θ’ ανησυχώ. Θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε λάχει, δε θα ξέρω ποτέ τι ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα γιορτινά της…Χρειάζεται κάποια τελετή.


-Τι πάει να πει τελετή; Είπε ο μικρός πρίγκιπας.


-Είναι κι αυτό κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, μια ώρα με τις άλλες ώρες. Υπάρχει, για παράδειγμα, μια τελετή στους κυνηγούς. Χορεύουν την Πέμπτη με τα κορίτσια του χωριού. Η Πέμπτη λοιπόν είναι υπέροχη μέρα. Πάω και κάνω βόλτα ίσαμε τ’ αμπέλι. Αν οι κυνηγοί χόρευαν οποτεδήποτε, οι μέρες θα έμοιαζαν σαν όλες, κι εγώ δε θα είχα ποτέ διακοπές.


Έτσι ο μικρός πρίγκιπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίασε η ώρα του αποχωρισμού:


-Αχ, είπε η αλεπού… Θα κλάψω.
-Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, εσύ θέλησες να σε εξημερώσω…
-Σωστά, είπε η αλεπού.
-Όμως θα κλάψεις, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
-Σωστά, είπε η αλεπού.
-Τι κέρδισες λοιπόν;
-Κέρδισα, είπε η αλεπού, το χρώμα του σταριού.


Έπειτα πρόσθεσε.


-Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο. Θα ξανάρθεις να με αποχαιρετήσεις και θα σου χαρίσω ένα μυστικό.
Ο μικρός πρίγκιπας πήγε να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα.


-Δε μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο, δεν είσαστε τίποτα ακόμα, τους είπε. Κανείς δε σας έχει εξημερώσει και δεν έχετε εξημερώσει κανέναν. Είσαστε όπως ήταν η αλεπού μου. Μια αλεπού ίδια μ’ άλλες εκατό χιλιάδες. Γίναμε όμως φίλοι και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο.


Και τα τριαντάφυλλα στέκονταν θιγμένα.


-Είσαστε όμορφα, όμως είσαστε άδεια, τους είπε ακόμα. Δεν πεθαίνει κανείς για σας. Βέβαια, το δικό μου τριαντάφυλλο ένας απλός περαστικός θα έλεγε πως σας μοιάζει. Όμως εκείνο μόνο του έχει περισσότερη σημασία απ’ όλα εσάς, αφού εκείνο είναι που πότισα. Αφού εκείνο έβαλα κάτω απ’ τη γυάλα. Αφού εκείνο προστάτεψα με το παραβάν. Αφού σ’ εκείνο σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δύο τρεις για να γίνουν πεταλούδες). Αφού εκείνο άκουσα να παραπονιέται ή να κομπάζει ή κάποιες φορές ακόμα να σωπαίνει. Αφού είναι το τριαντάφυλλό μου.


Και ξαναγύρισε στην αλεπού:


-Αντίο, είπε…


-Αντίο, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν.


-Την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν, επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.


-Είναι ο χρόνος που ξόδεψες για το τριαντάφυλλό σου που το κάνει τόσο σημαντικό.


-Είναι ο χρόνος που ξόδεψα για το τριαντάφυλλό μου…είπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.


-Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια, είπε η αλεπού.


-Μα εσύ δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος για ό,τι έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου…


-Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου… Ξανάπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται…



Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΑΛΙ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΜΑΣ ΜΕ ΟΔΗΓΟ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ!!!!!












Ένας τρελογιατρός γνωρίζει μια γκόμενα।Κάποια στιγμή η γκόμενα του ζητάει να έρθει μαζί του στο τρελοκομείο για να δει πως είναι.Την παίρνει λοιπόν μαζί του ο τρελογιατρός κι αρχίζει να την ξεναγεί στους θαλάμους του τρελοκομείου.Κάποια στιγμή λοιπόν η γκόμενα τον ρωτάει: Αυτός ο τύπος εκεί στην άκρη απο που είναι;και ο γιατρός της απαντάει Από την θεσσαλονίκη γλυκιά μου,μετά από λίγο, καθώς ο γιατρός την ξεναγεί,η γκόμενα ξαναρωτάει: Αυτός ο τύπος εκεί πιο πέρα απο που είναι; και ο γιατρός απαντάει: Απο θεσσαλονίκη γλυκιά μου. Μετά από λίγο η γκόμενα τον ξαναρωτάει για κάποιον άλλο και ο γιατρός της δίνει και πάλι την ίδια απάντηση Απο θεσσαλονίκη είναι κι αυτός γλυκιά μου.Γυρίζει λοιπόν η γκόμενα και του λέει Καλά ρε παιδί μου,τι έγινε και τρελάθηκαν όλοι στην θεσσαλονίκη; και ο γιατρός της απαντάει: Πήρε το πρωτάθλημα ο ΠΑΟΚ γλυκιά μου κι αυτό συμβαίνει σπάνια.
_______________________________________________________________
Δυο τεμπέληδες κοιμούνται όταν κάποιος κλέφτης μπαίνει στο δωμάτιο τους και τραβάει σιγά σιγά το πάπλωμα και τους το παίρνει. Ο ένας το παίρνει είδηση και λέει στον άλλον:
"Σήκω και πιάσε αυτόν που μας πήρε το πάπλωμα."
Κι ο άλλος: "Αφησε τον όταν ξανάρθει να πάρει το μαξιλάρι θα τον πιάσουμε!"
_______________________________________________________________
Ένας άντρας έβαλε μικρή αγγελία σε εφημερίδα «Ζητείται σύζυγος».
Την επόμενη μέρα έλαβε εκατοντάδες γράμματα.
Όλα έλεγαν το ίδιο πράγμα.
ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΑΡΕΙΣ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ।
_______________________________________________________________
Δύο σκύλοι συναντήθηκαν ένα πρωινό στο δρόμο. Ο μεγαλύτερος χαιρέτησε τον μικρότερο πρώτος με ένα γαβ-βαβ. Ο μικρότερος σήκωσε τη μύτη ψηλά, περιφρο-νητικά, και απάντησε "καλημέρα" με ανθρώπινη φωνή!
- Τι είναι πάλι ετούτο; λέει ο μεγάλος σκύλος. Είσαι στα καλά σου;
- Τι λες αγαπητέ μου, τον διακόπτει ο μικρός. Στην εποχή μας, αν δεν μιλάει κανείς ξένες γλώσσες, χάθηκε!
_______________________________________________________________
Ένας άντρας ρωτά το γιατρό αν θα ζήσει μέχρι τα 100.
Ο γιατρός τον ρωτά: Πίνεις, καπνίζεις;
Όχι απαντά ο άντρας.
Γιατρός: Ξενυχτάς, παίζεις χαρτιά;
Αντρας: Όχι βέβαια, ποτέ δεν έκανα κάτι τέτοιο μέχρι τώρα.
Γιατρός: οδηγείς επικίνδυνα, πας με άλλη γκόμενα κάθε βράδυ;
Αντρας: Όχι και ούτε πρόκειται.
Γιατρός: Και τότε γιατί στο διάολο θες να ζήσεις τόσο πολύ;
_______________________________________________________________
Ο μπάρμπα-Μήτσος, γνωστός κτηνοτρόφος της περιοχής με πολλά πρόβατα, στέλνει το γιό του στην Ιταλία για σπουδές. Κάποια στιγμή, μετά από καιρό, ο μπάρμπα-Μήτσος κατέβηκε από τη στάνη στην πόλη για να στείλει λεφτά στο γιό του. Στην πόρτα της τράπεζας, ανταμώνει ένα παλιό του φίλο κι αρχίζουν την κουβέντα.
- Βρε μπάρμπα-Μήτσο! Τι κάνεις; Πώς είσαι;
- Πώς να είμαι ρε Μιχάλη, καλά, να ήρθα να στείλω λεφτά στο γιό μου που σπουδάζει στην Ιταλία.
- Μπράβο, πολύ ωραία. Και τι σπουδάζει μπάρμπα-Μήτσο ο γιός σου;
- Λύκος!
- Λύκος! Εχω ακούσει μηχανικός, γιατρός, αλλά λύκος πρώτη φορά. Είσαι σίγουρος μπάρμπα-Μήτσο;
- Λύκος, Μιχάλη μου, Λύκος! Είχα δυο χιλιάδες πρόβατα και τώρα έχω μόνο εκατό!
________________________________________________________________
Κάποιος Ανωγειανός ταξιδεύει με λεωφορείο για το Ηράκλειο. Σε κάποια στιγμή λέει του οδηγού:
- Οδηγέ, σταμάτα σε παρακαλώ, μα ίδια εδά.
Ο οδηγός σταματά και ο Ανωγειανός ανοίγει το παράθυρο, βγάζει το χέρι του έξω και αμολάει ένα ψύλλο που λίγο πριν είχε πιάσει επάνω και του λέει:
- Αφού δεν ήθελες να πας ήσυχα με το λεωφορείο στη Χώρα (Ηράκλειο), πήγαινε τώρα με τα πόδια!
________________________________________________________________
Καθότανε ο Μανωλιός στο καφενείο και μπαίνει μέσα ο σύντεκνός του...
ΣΥΝΤ: Μπρε Μανωλιό κατέχεις τι κάνει η γυναίκα σου;
ΜΑΝ: Είναι σπίτι και καθαρίζει.
ΣΥΝΤ: Μπρε; Τα μάθια τσι βγάνει με τον γκόμενο!
ΜΑΝ: Ήντα λες... Θα τους σφάξω θέλει. Πάει ο Μανωλιός στο σπίτι και
από πίσω του να τον ακολουθεί όλο το χωριό. Μπαίνει μέσα και τους
βλέπει να γ***ε και φωνάζει...
ΜΑΝ: Aτιμε θα σε σφάξω...και σηκώνει το χέρι του να τον χτυπήσει.
Αυτός 2 μέτρα άντρας του το πιάνει, σηκώνει το άλλο χέρι του πιάνει
και το άλλο και εκείνη την στιγμή όλο το χωριό από πίσω του φωνάζει:
Ε! Μανωλιό με τα κέρατα μπρε με τα κέρατα!
________________________________________________________________
Ο σύζυγος κάθεται στον καναπέ στο σαλόνι κάνοντας συνεχώς ζάπινγκ ανάμεσα σε δυο κανάλια όταν από το βάθος ακούγεται η φωνή της συζύγου
- Τι κάνεις εκεί ρε Δημήτρη, θα την κάψεις την τηλεόραση!
- Τι να κάνω ρε γυναίκα; Αφού βάλανε το μπάσκετ μαζί με την τσόντα και δεν ξέρω ποιο από τα δυο να δω...
και η γυναίκα:
- Την τσόντα δες... μπάσκετ ξέρεις!
________________________________________________________________
Δυο ψεύτες κάνουν διαγωνισμό στο ποιος θα πει το μεγαλύτερο ψέμα.
Λέει ο πρώτος δείχνοντας το καμπαναριό:
- "Βλέπεις μια μύγα πάνω στην καμπάνα;"
Κι ο δεύτερος:
- "Εγώ δε βλέπω τη μύγα αλλά ακούω τα βήματα της!!"
________________________________________________________________
Ένας Γάλλος, ένας Ιταλός κι ένας Έλληνας συζητούν περί σεξ:

- Χθες το βράδυ, λέει ο Γάλλος, έκανα τρεις φορές έρωτα με την γυναίκα μου και το πρωί, μου έφτιαξε μια υπέροχη ομελέτα!

- Εγώ, λέει ο Ιταλός, έκανα έξι φορές έρωτα με την γυναίκα μου και το πρωί μου είχε φτιάξει ένα υπέροχο πρωινό, λέγοντάς μου ότι θα με αγαπά για πάντα!

Ο Έλληνας δεν μιλούσε κι έτσι αναγκάστηκαν να τον ρωτήσουν οι άλλοι:

- Εγώ, λέει ο Έλληνας, έκανα μόνο μία φορά.

- Μόνο μία;

- Ναι.

- Και τι σου είπε το πρωί;

- Μην σταματάς, μωρό μου!
__________________________________________________________________