



Ήταν κάποτε μια ξανθιά και χρειαζόταν χρήματα.
Σκέφτεται, σκέφτεται και απoφασίζει να απαγάγει ένα παιδί και να ζητήσει λύτρα. Τελικά βρίσκει ένα και το παίρνει μαζί της.
Αρχίζει να γράφει ένα γράμμα που έλεγε:
"ΑΠΗΓΑΓΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΑΣ. ΑΦΗΣΤΕ ΜΟΥ 20.000.000 ΕΞΩ ΑΠ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ. ΥΠΟΓΡΑΦΗ: Η ΞΑΝΘΙΑ ΤΙΜΩΡΟΣ." και το δίνει στο παιδί να το πάει στη μάνα του.
Την άλλη μέρα βρίσκει έξω απ την πόρτα της ένα σάκο με λεφτά και ένα σημείωμα που λέει:
"ΝΤΡΟΠΗ ΣΟΥ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ ΑΥΤΟ ΣΕ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΞΑΝΘΙΑ"
- Μπαμπά, αυτό εκεί πλοίο είναι;
- Όχι παιδί μου, υπερωκεάνιο.
- Υπερωκεάνιο; Και πώς γράφεται το υπερωκεάνιο;
- Μπα, μάλλον πλοίο είναι!
- Φιλαράκια, όποιος βρει το χρώμα του αυτοκινήτου μου, θα τον κεράσω 10 σουβλάκια. Αμα, όμως, δεν το βρείτε θα με κεράσετε εσείς 10 σουβλάκια. Αντε επειδή είμαι στις καλές μου, θα σας πω και το πρώτο γράμμα: Τ!
Αναρωτιούνται οι άλλοι και λενε:
- Τιγρέ;
- Τιρκουάζ!
- Όχι, απαντάει ο γύφτος.
Περνά ώρα με ερωτήσεις αλλά δεν το βρίσκουν και λένε στον γύφτο:
- Αντε ρε, να το πάρει το ποτάμι...
Και λέει ο γύφτος:
- ΤΑΛΑΣΣΙ!!!!!!!!!!!
Μια ωραία νεαρή κυρία ήταν στο αεροπλάνο από Ηνωμένες Πολιτείες προς Αθήνα δίπλα σε ένα ιερέα.
- Πάτερ μου να σας ζητήσω μια χάρη; ρωτάει η ξανθιά.
- Φυσικά κόρη μου, τι μπορώ να κάνω; απαντά ο αγαθός ιερέας.
- Να σας πω, αγόρασα ένα πολύ ακριβό δώρο, δηλαδή ένα σούπερ ηλεκτρονικό μπιστολάκι μαλλιών για τα γενέθλια της μητέρας μου που είναι πάνω από το όριο του τελωνίου και φοβάμαι ότι θα μου το κατασχέσουν αν δεν πληρώσω το τέλος. Μήπως υπάρχει κάποιος τρόπος να το περάσετε από το τελωνείο για μένα; Κάτω από τα ράσα σας μήπως;
- Θα ήθελα να σε βοηθήσω παιδί μου, αλλά πρέπει να σε προειδοποιήσω: δεν θα πω ψέμματα.
- Μα πάτερ μου, κανείς δεν θα σας κάνει ερωτήσεις έτσι που έχετε αγαθό πρόσωπο και είστε καλός ιερέας.
Προσγειώνονται λοιπόν, αποβιβάζονται και όταν φτάνουν στο τελωνείο η ξανθιά αφήνει τον ιερέα να περάσει πρώτος.
Εκεί ρωτούν τον ιερέα:
- Πάτερ έχετε τίποτα να δηλώσετε;
- Από το κεφάλι μου μέχρι την μέση μου, δεν έχω τίποτα να δηλώσω, απαντά ο ιερέας.
Ο τελωνειακός φυσικά βρήκε την απάντηση παράξενη και ξαναρωτά:
- Και έχετε τίποτα να δηλώσετε από την μέση σας μέχρι το πάτωμα;
- Ναι, έχω ένα θαυμάσιο εργαλείο σχεδιασμένο για χρήση μιας γυναίκας, αλλά το οποίο είναι έως τώρα αχρησιμοποίητο.
Ξεσπώντας στα γέλια ο τελωνειακός λέει:
- Περάστε πάτερ, ο επόμενος.
Τον χαιρετά ο μάνατζερ με χαμόγελο και θερμή χειραψία, του δίνει μία σκούπα και του λέει:
- Η πρώτη σου δουλειά θα είναι να σκουπίσεις το μαγαζί.
- Αλλά είμαι απόφοιτος πανεπιστημίου! λέει ο νεαρός προσβεβλημένος.
- Α, συγνώμη, λέει ο μάνατζερ. Δεν το ήξερα. Ορίστε, δώσε μου την σκούπα να σου δείξω πώς γίνεται...
Όλοι ζήτησαν από κάτι και ο γραμματέας τα σημείωνε όλα.
Φτάνει και ο τελευταίος και λέει:
- Εγώ ένα παράπονο έχω. Σε ένα ατύχημα έχασα και τα δυο μου α......
- Εντάξει, θα το ταχτοποιήσουμε, λέει ο πολιτικός.
- Τι; Θα μου πάρετε καινούρια α.......;
- Αφού όλοι οι κάτοικοι του χωριού α....... θα πάρουνε!
- Αν είχα πιστόλι θα σε σκότωνα! Αν είχα μαχαίρι, θα σου έκοβα τα α......!
Και ο εραστής:
- Αφού δεν έχεις τίποτα απ' αυτά... τραυμάτισέ με, με τα κέρατά σου!
μήνας Μάρτιος ή Μάρτης
Ονομασία Μαρτίου
Ο Μάρτης είναι ο τρίτος κατά σειρά μήνας του χρόνου του πολιτικού έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο και έχει 31 ημέρες. Πήρε το όνομά του από το Ρωμαίο θεό του πολέμου Mars δηλ. τον Άρη. Όπως λέει η ρωμαϊκή ιστορία οι ιδρυτές της Ρώμης, Ρώμος και Ρωμύλος, ονόμασαν αυτόν τον πρώτο μήνα Μάρτιο, προς τιμή του πατέρα τους και γενάρχη των Ρωμαίων του θεού Άρη. Για τούτο και κατά τον Πλούταρχο
Την πρώτη μέρα του Μάρτη συνηθιζόταν από τα παλιά χρόνια νέοι και νέες να βγαίνουν στα χωράφια και με τη δρόσο των σπαρτών έπλεναν το πρόσωπό τους για να μη μαυρίσουν. Απέφευγαν τη δρόσο των σπαρτών κριθαριού, γιατί αυτή φέρει σπυριά (κριθαρκά) κάτω από τα βλέφαρα.
Άλλο έθιμο ήταν να δένουν γύρω από τον καρπό του δεξιού χεριού τους και γύρω
από το λαιμό τους κλωστή από χρωματιστά νήματα στριμμένα, κόκκινα, λευκά και χρυσά. Καμμιά φορά στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού για να μη σκοντάφτουν.
Η κλωστή λέγεται «Μάρτη» ή «Μαρτιά» ή «Μαρτίτση» και όποιος τη φοράει δεν μαυρίζει από τον ήλιο του Μάρτη και φοριέται μέχρι το Πάσχα.
_________________________________________________________
Ο «Μάρτης», είναι ένα πολύ παλιό έθιμο και πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και μάλιστα στα Ελευσίνια Μυστήρια. Οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων, έδεναν μια κλωστή, την «Κρόκη», στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι. Η κόκκινη κλωστίτσα συμβολίζει την αγάπη για το ωραίο και η άσπρη την αγνότητα του φυτού “χιονόφιλος” που ανθίζει το Μάρτη… Άλλη εκδοχή, λέει πως το άσπρο χρώμα συμβολίζει την αγνότητα και το δεσμό της οικογένειας, η δε κόκκινη συμβολίζει την αγάπη… Οι δύο μαζί κλωστές αποτελούν το δεσμό και την πίστη προς τη θρησκεία. Το βραχιολάκι αυτό το βγάζουν στο τέλος του μήνα, ή το αφήνουν πάνω στις τριανταφυλλιές όταν δουν το πρώτο χελιδόνι για να το πάρει να φτιάξει τη φωλιά του. Αν το Πάσχα πέσει μέσα στον Μάρτη, το καίνε στη λαμπάδα της Ανάστασης. Αυτός ο συνδυασμός κόκκινης και άσπρης κλωστής δεν είναι μόνο Ελληνικό έθιμο.
_________________________________________________________________________
Η ΚΑΤΕΡΓΑΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ
Στα πολύ παλιά χρόνια ο Μάρτης ήταν ο πρώτος μήνας του έτους. Μια κατεργαριά όμως που έκαμε σε βάρος των άλλων μηνών που ήταν τα αδέλφια του στάθηκε αιτία για να του πάρει την πρωτοκαθεδρία ο Γενάρης.
«Μια φορά κι έναν καιρό αποφασίσανε οι δώδεκα μήνες να φτιάξουνε κρασί σε ένα βαρέλι ώστε να μπορούν να πίνουν όποτε τους ερχόταν η όρεξη.
Έτσι λοιπόν είπε ο Μάρτης:
- Εγώ θα ρίξω πρώτος μούστο στο βαρέλι για να γίνει κρασί και ύστερα ρίχνετε κι εσείς.
- Καλά, ρίξε εσύ πρώτος του είπαν οι άλλοι.
Ετσι και έγινε. Έριξε πρώτα εκείνος στο βαρέλι το μούστο και ύστερα ακολούθησαν και οι άλλοι μήνες. Όταν λοιπόν ζυμώθηκε ο μούστος και έγινε το κρασί, είπε πάλι ο Μάρτης.
- Εγώ που έριξα πρώτος το μούστο, πρώτος θ' αρχίσω και να πίνω.
-Βέβαια, είπαν οι άλλοι, έτσι είναι το σωστό.
Έτσι λοιπόν τρύπησε το βαρέλι στο κάτω μέρος, και άρχισε να πίνει, ως που ήπιε όλο το κρασί και δεν άφησε ούτε στάλα. Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει να πιεί κρασί. Πηγαίνει και το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους. Τ' ακούνε εκείνοι θυμώνουνε και σκέφτωνται τι να κάνουν. Συμφωνούν όλοι λοιπόν να τον τιμωρήσει ο Γενάρης που ήταν και ο μεγαλύτερος αδελφός. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα ξύλο που είπε βόγγηξε. Του αφαιρεί και το πρωτείο που είχε, να αρχίζει δηλαδή το έτος κάθε Μάρτη, και έγινε να αρχίζει το έτος από το Γενάρη.
Από τότε όταν ο Μάρτης θυμάται το παιχνίδι που έκανε στα αδέλφια του και τους ήπιε όλο το κρασί, γελάει και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν πάλι θυμάται το ξύλο που έφαγε κλαίει και βρέχει».
Η παράδοση, που με μικρές παραλλαγές τη συναντάμε και αλλού είναι αιτιολογική και σκοπεύει στην εξήγηση της ακασταστασίας του καιρού που συνήθως χαρακτηρίζει το Μάρτη.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ
Το ίδιο φαινόμενο εξηγούν και άλλες παραδόσεις που αναφέρονται στη γυναίκα του Μάρτη.
Κάποτε οι μήνες αποφάσισαν να παντρευτούν. Ο καθένας βρήκε μια γυναίκα που του άρεσε και την παντρεύτηκε. Ο Μάρτης δε φρόντισε το ζήτημα μόνος του και έβαλε προξενητάδες να του βρούνε μια γυναίκα. Εκείνοι του φέρανε μια κοπέλα η οποία ήταν τυλιγμένη με ένα μαντίλι και του είπαν ότι είναι πολύ όμορφη. Ευκολόπιστος όπως ήταν, την παντρεύτηκε.
Όταν όμως έμειναν μόνοι και έβγαλε το μαντίλι της, τι να δει; Δεν υπήρχε πιο άσχημη στον κόσμο!
Από τότε κάθε φορά που τη θυμόταν άστραφτε, βροντούσε, έβρεχε, έριχνε μπόρες, έκανε παγωνιές. Μόνο όταν ξεχνιόταν μερικές φορές, ηρεμούσε, γαλήνευε κι έκανε καλό καιρό!
Στη Μεσσηνία, λόγου χάρη, λένε ότι η γυναίκα που παντρεύτηκε ο Μάρτης, από μπροστά ήταν πολύ άσχημη, ενώ από πίσω ήταν πολύ όμορφη. Όταν ο Μάρτης τη βλέπει καταπρόσωπο κλαίει και ο καιρός χαλάει, όταν όμως την κοιτάζει από τις πλάτες ευχαριστιέται και ο καιρός καλοσυνεύει.
Γι' αυτό λέγεται και η παροιμία: «Ο Μάρτης πότε κλαίει και πότε γελάει».
Σε άλλες περιοχές η παράδοση θέλει το Μάρτη νε έχει δύο γυναίκες, τη μια πολύ όμορφη και φτωχή και την άλλη πολύ άσχημη και πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση και όταν γυρίζει κατά την άσχημη, κατσουφιάζει και ο καιρός χαλάει, όταν όμως γυρίζει κατά την όμορφη, χαίρεται και γελάει, και ο καιρός είναι καλός. ζεστός με ήλιο. Τις περισσότερες φορές όμως γυρίζει κατά την άσχημη επειδή αυτή είναι η πλούσια που τρέφει και την φτωχή, την όμορφη.
Έτσι άλλωστε προτιμούν το Μάρτιο και οι χωρικοί, βροχερό, επειδή η σοδειά τους θα είναι καλύτερη. Άλλωστε το βεβαιώνουν και αρκετές παροιμίες.
«Μάρτης έβρεχε, θεριστής χαιρότανε».
«Μάρτης βρέχει; Ποτέ μην πάψει».
«Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές παρά Μάρτης στις αυλές».
«Κάλλιο Μάρτης καρβουνιάρης παρά Μάρτης λιοπυριάρης».
«Μάρτης βροχερός θεριστής κουραστικός».
«Μάρτης κλαψής θεριστής χαρούμενος».
«Μάρτης πουκαμισάς δεν σου δίνει να μασάς».
«Σαν ρίξει ο Μάρτης μια βροχή κι Απριλης αλλη μία, να δεις κουλούρες στρογγυλές και πίττες σαν αλώνι».
και η πασίγνωστη, που είναι παραλλαγή της προηγούμενης:
«Σαν ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα,
χαράς σ' εκείνο το ζευγά πόχει πολλά σπαρμένα».Η παράδοση της λιθωμένης γριάς
Τα απρόοπτα της βαρυχειμωνιάς που συνήθως επιφυλάσσουν οι τελευταίες ημέρες του Μάρτη, οι «μέρες της γριάς» όπως λέγονται, θέλει να εξηγήσει η παράδοση της «λιθωμένης γριάς».
"Ητανε μια φορά μια γριά κι είχε κάτι κατσικάκια. Ο Μάρτης τότε είχε εικοσιοχτώ ημέρες και ο Φλεβάρης τριανταμία.
Ήρθε λοιπόν εκείνη την εποχή ο Μάρτης κι επέρασε χωρίς να κάμει χειμώνα και η γριά από τη χαρά της που βγήκανε πέρα καλά τα πράματα της, ξεγελάστηκε και είπε:
«Πρίτσι Μάρτη μου, στην πομπή σου. Μπήκες, βγήκες τίποτα δε μου έκανες. Τα αρνάκια και τα κατσικάκια μου τα ξεχείμασα».
Τότε ο Μάρτης πείσμωσε κι δανείστηκε τρεις ημέρες απ' το Φλεβάρη και έριξε χιόνια πολλά.
Ήταν τόσο άσχημος ο καιρός, που η γριά και τα ζωντανά της πέτρωσαν από το κρύο.
Για αυτό που έπαθε εκείνη η γριά, τις τρεις τελευταίες ημέρες του Μάρτη τις λένε ημέρες των γριών.
Σε κάποια χωριά ονοματίζουνε κάθε μία από αυτές τις ημέρες με το όνομα μίας από τις πιο ηλικιωμένες γριές του χωριού. Αν τύχει καλή ημέρα θεωρούν πως η γριά είναι καλή, ενώ αν τύχει κακοκαιρία λένε πως έγινε από την κακία της γριάς.
Από τότε λένε ότι έχει ο Μάρτης τριανταμία ημέρες και ο Φλεβάρης εικοσιοχτώ. Για αυτό άλλωστε το λένε κουτσό και κουτσοφλέβαρο.
______________________________________________________
Στα πολύ παλιά χρόνια ο Μάρτης ήταν ο πρώτος μήνας του έτους. Μια κατεργαριά όμως που έκαμε σε βάρος των άλλων μηνών που ήταν τα αδέλφια του στάθηκε αιτία για να του πάρει την πρωτοκαθεδρία ο Γενάρης.
Έτσι λοιπόν είπε ο Μάρτης:
- Εγώ θα ρίξω πρώτος μούστο στο βαρέλι για να γίνει κρασί και ύστερα ρίχνετε κι εσείς.
- Καλά, ρίξε εσύ πρώτος του είπαν οι άλλοι.
Ετσι και έγινε. Έριξε πρώτα εκείνος στο βαρέλι το μούστο και ύστερα ακολούθησαν και οι άλλοι μήνες. Όταν λοιπόν ζυμώθηκε ο μούστος και έγινε το κρασί, είπε πάλι ο Μάρτης.
- Εγώ που έριξα πρώτος το μούστο, πρώτος θ' αρχίσω και να πίνω.
-Βέβαια, είπαν οι άλλοι, έτσι είναι το σωστό.
Έτσι λοιπόν τρύπησε το βαρέλι στο κάτω μέρος, και άρχισε να πίνει, ως που ήπιε όλο το κρασί και δεν άφησε ούτε στάλα. Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει να πιεί κρασί. Πηγαίνει και το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους. Τ' ακούνε εκείνοι θυμώνουνε και σκέφτωνται τι να κάνουν. Συμφωνούν όλοι λοιπόν να τον τιμωρήσει ο Γενάρης που ήταν και ο μεγαλύτερος αδελφός. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα ξύλο που είπε βόγγηξε. Του αφαιρεί και το πρωτείο που είχε, να αρχίζει δηλαδή το έτος κάθε Μάρτη, και έγινε να αρχίζει το έτος από το Γενάρη.
Από τότε όταν ο Μάρτης θυμάται το παιχνίδι που έκανε στα αδέλφια του και τους ήπιε όλο το κρασί, γελάει και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν πάλι θυμάται το ξύλο που έφαγε κλαίει και βρέχει».
Το ίδιο φαινόμενο εξηγούν και άλλες παραδόσεις που αναφέρονται στη γυναίκα του Μάρτη.
Όταν όμως έμειναν μόνοι και έβγαλε το μαντίλι της, τι να δει; Δεν υπήρχε πιο άσχημη στον κόσμο!
Γι' αυτό λέγεται και η παροιμία: «Ο Μάρτης πότε κλαίει και πότε γελάει».
«Μάρτης βρέχει; Ποτέ μην πάψει».
«Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές παρά Μάρτης στις αυλές».
«Κάλλιο Μάρτης καρβουνιάρης παρά Μάρτης λιοπυριάρης».
«Μάρτης βροχερός θεριστής κουραστικός».
«Μάρτης κλαψής θεριστής χαρούμενος».
«Μάρτης πουκαμισάς δεν σου δίνει να μασάς».
«Σαν ρίξει ο Μάρτης μια βροχή κι Απριλης αλλη μία, να δεις κουλούρες στρογγυλές και πίττες σαν αλώνι».
χαράς σ' εκείνο το ζευγά πόχει πολλά σπαρμένα».
Τα απρόοπτα της βαρυχειμωνιάς που συνήθως επιφυλάσσουν οι τελευταίες ημέρες του Μάρτη, οι «μέρες της γριάς» όπως λέγονται, θέλει να εξηγήσει η παράδοση της «λιθωμένης γριάς».
Ήρθε λοιπόν εκείνη την εποχή ο Μάρτης κι επέρασε χωρίς να κάμει χειμώνα και η γριά από τη χαρά της που βγήκανε πέρα καλά τα πράματα της, ξεγελάστηκε και είπε:
«Πρίτσι Μάρτη μου, στην πομπή σου. Μπήκες, βγήκες τίποτα δε μου έκανες. Τα αρνάκια και τα κατσικάκια μου τα ξεχείμασα».
Ήταν τόσο άσχημος ο καιρός, που η γριά και τα ζωντανά της πέτρωσαν από το κρύο.
Σε κάποια χωριά ονοματίζουνε κάθε μία από αυτές τις ημέρες με το όνομα μίας από τις πιο ηλικιωμένες γριές του χωριού. Αν τύχει καλή ημέρα θεωρούν πως η γριά είναι καλή, ενώ αν τύχει κακοκαιρία λένε πως έγινε από την κακία της γριάς.
Καθ' οδόν (7.30 πρωϊνή προς εργασίαν)
συναντώ τον Μάρτιο, ευδιάθετον,
υπαινιγμών πλήρη περί ανοίξεως και λοιπά.
Αναβάλλω την υπόστασή μου,
ανακόπτω τη σύμβασή μου,
και διασπείρομαι σε χώμα.
Μια μικρή γη φυσική συντελούμαι,
ξαπλωμένη, απλωμένη
απέναντι στο καθ' όλα σύμφωνο σύμπαν.
Φυτεύομαι άνθη,
ανθίζω συναισθήματα
και είμαι πολύ καλά
εις άπλετον προορισμόν και τοποθέτησιν.
"Απαγορεύεται η άνοιξις!"
ξάφνου μια πινακίδα - σύννεφο απειλεί.
Αμέσως μια βροχή άρχισε κι έλεγε εις βάρος
της ανοίξεως και εις βάρος μου,
ένας δύσθυμος άνεμος μου κατέσχει τα άνθη,
μυ κατέσχει τα συναισθήματα
και με οδηγεί στο Γραφείο.
Παράβασις, λοιπόν, βαρεία,
και μάλιστα καθ' οδόν
από κυρια σχεδόν ώριμη,
με οικογενειακές υποχρεώσεις
και πολυετήν θητείαν
εις Δημοσίαν θέσιν
και χειμώνες!!!
(Κ.ΔΗΜΟΥΛΑ)