Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΣ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ ΕΝΑ ΟΜΟΡΦΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ!!!

Ο Κούρος και το αγόρι που αγαπούσε τα όπλα ή Ποιος είπε ότι τα αγάλματα δεν κλαίνε

Μια φορά κι έναν καιρό, τα πολύ παλιά χρόνια, τόσο παλιά που τα ονομάζουν αρχαιότητα, ήταν ένα 'oμoρφo αγ'oρι, που το έλεγαν Κούρο. Ήταν φτιαγμένος από μάρμαρο και το γυμνασμένο του άσπρο και λείο κορμί άστραφτε στον ήλιο. Τα μακριά μαλλιά του έπεφταν σε μπούκλες πάνω στους φαρδιούς του ώμους. Βόστρυχους τις λένε οι αρχαιολόγοι, αυτοί που μελετάνε την αρχαιότητα. Χαμογελούσε συνεχώς, θαρρείς και το χαμόγελο είχε πετάξει όμοιο πεταλούδα και στόλιζε το ομορφοκαμωμένο του στόμα. Το αριστερό του πόδι έκανε ένα βήμα μπροστά σαν να βάδιζε αργά-αργά και να παρατηρούσε τον κόσμο με την ησυχία του. Άλλωστε είχε όλο τον καιρό μπροστά του, αφού δε θα έφευγε από τον κόσμο αυτό ποτέ. Ήταν αθάνατος. Όμως ο Κούρος ήταν πάντα ακίνητος να αγναντεύει τον ήλιο, να τον χαϊδεύει το αεράκι, να μυρίζει τα αγριολούλουδα, να τον λούζει η βροχούλα, να θαυμάζει την πλάση. Όρθιος και χαμογελαστός πάνω στο βάθρο του, ακίνητος και αθάνατος και γαλήνιος.

Κάποτε αναρωτήθηκε γιατί άραγε βρίσκεται εκεί. Και ανακάλυψε πως ένα άλλο αγόρι, που δε ζούσε πια, αλλά που ήταν εξίσου όμορφο με αυτόν, βρισκόταν παραδίπλα δίχως ήλιο, φως , αγέρα, βροχή. Εκείνος ο νέος κάποτε τα χαιρόταν όλα τούτα. Του άρεσε μάλιστα να παλεύει με άλλα αγόρια στην παλαίστρα, να γυαλίζει την ασπίδα του, να ρίχνει το ακόντιό του. Ήρθαν όμως δύσκολοι καιροί και ανακάλυψε πως έπρεπε να παλεύει με άλλα αγόρια από άλλα μέρη και να ρίχνει το ακόντιο, όχι όμως πια για παιγνίδι. Τον έστειλαν να πολεμήσει άλλα όμορφα αγόρια. Και τώρα δε γέλαγε και δε χαιρόταν. Δεν του άρεσαν πια τα όπλα, αλλά ήταν πολύ αργά. Ένα ακόντιο όμοιο με το δικό του τον χτύπησε και μόλις που πρόλαβε να αντικρίσει για τελευταία φορά τον ήλιο και να νιώσει το απαλό αεράκι να του χαϊδεύει το πρόσωπο και να μυρίσει τα αγριολούλουδα γύρω του, καθώς σωριαζόταν καταγής. Έφυγε από τον κόσμο αυτό και πήγε σε έναν άλλο κόσμο μακριά από τους γονείς του, τους φίλους του, την πόλη του, τα λουλούδια, τον αέρα, τη βροχή.

Οι γονείς του απαρηγόρητοι τον έβαλαν να κοιμηθεί για πάντα. Θρηνούσαν για το αγόρι τους που δεν μπορούσε να δει, να μιλήσει, να γευτεί, να μυρίσει. Δεν ήξεραν πια τι να του προσφέρουν, για να χαρεί. Ώσπου κάθισαν και σκέφτηκαν να παραγγείλουν να τους φτιάξουν ένα όμορφο σαν το αγόρι που χάσανε άγαλμα, τον Κούρο. Ένα αγόρι που θα ήταν αθάνατο σε αντίθεση με το δικό τους αγόρι και που θα χαιρόταν για πάντα το φως, τον αέρα, τις βροχές. Ακόμα θα συντρόφευε το γιο τους που είχε φύγει μακριά τους. Ένας γλύπτης λοιπόν έβαλε όλη του την τέχνη και το συναίσθημα και να! Δημιουργήθηκε ο Κούρος! Τον στήσανε σε ένα βάθρο δίπλα από εκεί που ήταν ξαπλωμένο για πάντα το αγόρι τους, που του άρεσε κάποτε να παίζει με τα όπλα.

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια και θαύμαζαν οι άνθρωποι το χαμογελαστό μαρμάρινο αγόρι, τον Κούρο. Και θυμόντουσαν βλέποντας τον το άλλο αγόρι, που αγαπούσε τα όπλα κάποτε και τώρα βρισκόταν ξαπλωμένο παρακεί. Κι έτσι κοιτώντας τον Κούρο παρηγοριόνταν οι γονείς και οι φίλοι του αγοριού, που δεν ήταν πια μαζί τους. Και μετά από πολύ-πολύ καιρό, όταν έπαψαν πια να υπάρχουν κι αυτοί, θαύμαζαν οι περαστικοί τον όμορφο Κούρο κι αναρωτιόνταν για ποιο ωραίο αγόρι, που δε ζούσε πια, είχε φτιαχτεί. Εκείνο που δεν ήξεραν είναι πως με τον καιρό τα δυο παιδιά έγιναν φίλοι. Έλεγε ο Κούρος στο αγόρι κάτω από το χώμα τι έβλεπε, τι μύριζε, τι ένιωθε, όταν τον άγγιζε ο ήλιος και ο αγέρας και η βροχή. Κι έλεγε το αγόρι κάτω από το χώμα στον Κούρο πώς είναι να μπορείς να κινείσαι, να σταματήσεις να χαμογελάς, να κλαις, να αγαπάς, να διαλέγεις. Έτσι έδινε ο καθένας στον άλλο αυτό που του έλειπε.

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, οι αιώνες και γίνονταν όλο και περισσότερο φίλοι τα δυο παιδιά, ο μαρμάρινος Κούρος και ο νέος που κάποτε αγαπούσε τα όπλα. Ώσπου ξάφνου ένας δυνατός σεισμός τράνταξε τον Κούρο και τον έριξε από το βάθρο του. Έχασε για λίγο την αιώνια γαλήνη του και δεν μπορούσε πια να κοιτάζει από ψηλά τους διαβάτες και τους αγρούς. Αλλά δεν τον πείραζε, γιατί τώρα άθελά του ξάπλωσε δίπλα από το αγόρι που κάποτε αγαπούσε τα όπλα. Ήταν πια πιο κοντά και τα λέγανε καλύτερα. Ύστερα ήρθαν καταιγίδες και νεροποντές και πάλι καταιγίδες και πάλι νεροποντές και ο Κούρος λίγο-λίγο σκεπάστηκε με το χώμα που παρέσυρε το νερό. Στην αρχή καλύφθηκε το μισό αριστερό του πόδι. Μετά όλο το δεξί του χέρι. Τέλος κρύφτηκε ολόκληρος κάτω από τη γη δίπλα από το φίλο του.

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, οι αιώνες, ώσπου ξάφνου τα δυο αγόρια ακούνε θόρυβο! Γκαπ, γκουπ! «Μα τι συμβαίνει;» αναρωτήθηκαν. Κι όλο και πλησίαζαν οι χτύποι. Γκαπ, γκουπ! Περίμεναν με περιέργεια να δουν τι είναι αυτό που τους ανησυχεί. Οι ήχοι γίνονταν όλο και πιο δυνατοί, έρχονταν όλο και πιο κοντά. Και νά, ξαφνικά μια ηλιαχτίδα τους τυφλώνει! Κι άλλη, κι άλλη! Και λούστηκαν στο φως. Ήλιος! Και μαζί αεράκι και οι ευωδιές από τα αγριολούλουδα! Μα τι είναι αυτό που ακούγεται; Φωνές, επιφωνήματα θαυμασμού! «Α, τι υπέροχος!». Άνθρωποι πολλοί που θαύμαζαν ξανά μετά τόσους αιώνες το μαρμάρινο αγόρι. Που αναρωτιόνταν ξανά μετά τόσους αιώνες για το άλλο αγόρι, εκείνο που για χάρη του σμιλεύτηκε στο μάρμαρο ο Κούρος. Ήταν αρχαιολόγοι και άλλοι πολλοί. Πιάσαν όλοι μαζί προσεκτικά το χαμογελαστό Κούρο και τον σήκωσαν. Ξανά όρθιος μετά τόσους αιώνες! Μετά μάζεψαν με προσοχή τα οστά του αγοριού που κάποτε αγαπούσε τα όπλα. Βρήκαν δίπλα του την ασπίδα του φαγωμένη από το χρόνο. Και το ακόντιο του. Και την πανοπλία του. Τα όπλα του που δεν τα αγαπούσε πια. Όλα σκουριασμένα και σχεδόν κατεστραμμένα. Τα μάζεψαν και αυτά.

Τα δυο αγόρια ανασκίρτησαν। «Και τώρα που μας πάνε; Θα μας χωρίσουν άραγε;» «Μα δε γίνεται αυτό», απάντησε φοβισμένος ο Κούρος। «Εγώ φτιάχτηκα για να σε συντροφεύω και να σε θυμίζω στους ανθρώπους που με βλέπουν!» Τον πήρανε τον Κούρο. Τον έστησαν σε ένα ωραίο μουσείο μαζί με πολλά άλλα εκθέματα. Πολλοί επισκέπτες τον κοίταζαν με θαυμασμό, άλλοι απλά τον γυρόφερναν με περιέργεια, σχεδόν κανείς όμως δεν σκεπτόταν το φίλο του, το αγόρι που κάποτε αγαπούσε τα όπλα, ούτε και ξέρανε την ύπαρξη του. Εκείνος πάντα συνέχιζε να χαμογελά. Αλλά τα βράδια, όταν το μουσείο κλείδωνε τις πόρτες του και μέναν μόνα τους τα αγάλματα, ο Κούρος έπαυε να χαμογελά, γιατί του έλειπε ο φίλος του. Πού ήταν; Κανείς δεν ήξερε. Ίσως σε κάποιο υπόγειο του μουσείου ή σε κάποια αποθήκη. Μα πώς μπόρεσαν να τους χωρίσουν; Ένα δάκρυ κύλησε στο μαρμάρινο μάγουλο του. Κι ύστερα άρχισε πάλι να χαμογελά. Σκέφτηκε πως περνώντας οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, οι αιώνες ίσως ξανάβρισκε το φίλο του, το αγόρι που κάποτε αγαπούσε τα όπλα, μα τώρα δεν τα αγαπούσε καθόλου. Έτσι κι αλλιώς ήταν αθάνατος. Είχε όλο τον καιρό δικό του να περιμένει και να ελπίζει. Μια αιωνιότητα!
___________________________________________________________________

Κλεοπάτρα και Μινγκ

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΣ ΠΑΙΞΟΥΜΕ ΠΑΙΧΝΙΔΑΚΙ ΑΦΟΥ ΜΕ ΚΑΛΟΥΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΛΕΣΩ ΜΕ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΜΟΥ.


ΕΔΩ ΚΑΙ ΑΡΚΕΤΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΕΧΩ ΠΑΡΕΙ ΑΡΚΕΤΕΣ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΦΙΛΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΙΞΩ ΚΑΙ ΓΩ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΕΚΑ ΑΓΑΠΕΣ।
ΜΕ ΠΡΟΣΚΑΛΕΣΑΝ ΟΙ:
http://savvinastudio।blogspot।com/ Η सव्वा
http://stavroulazervald18parach.blogspot.com/
http://kokorakia।blogspot.com/
http://taksidiatoynou।blogspot.com/
http://vickaki2112।blogspot.com/
http://tallamarh।blogspot.com/
http://ioannakal।blogspot.com/
http://genkarina।blogspot.com/
Ας παίξουμε λοιπόν....

Αλλά όπως κάθε παιχνίδι έχει όρους, θα πρέπει να γράψω 10 πράγματα που αγαπάω και ύστερα να προσκαλέσω 10 φίλους για να παίξουν...
Αντε τώρα να διαλέξω αφού εισαστε ολοι -ολες εκλεκτοί।
Επειδή οι περισσότεροι έχουμε παίξει θα διαλέξω μερικούς που πιστεύω οτι δεν εχουν παίξει.

ΑΓΑΠΩ ΛΟΙΠΟΝ।
1)Τους ανθρώπους που χαμογελούν με αληθινό χαμόγελο χωρίς υποκρισίες

2)Τους γονείς μου που ειναι οι καλυτεροι

3)Τα ζώα

4)Τη μουσική που σε ταξιδευει

5)Να διαβάζω κόμικς και να τα ζωγραφίζω

6)Την ειλικρίνεια
7)Τους 2 καλούς μου φίλους

8)Την δικαιοσύνη

9)Το μπάσκετ

10)Την επικοινωνία με τους ανθρώπους όπως είσαστε ολοι-ολες εσεις που πάντοτε βρίσκεστε εδώ।



Οι όροι για όσους δεν το παρακολούθησαν μέχρι τώρα:



  1. Αναφέρεις αυτόν που σε κάλεσε

  2. Γράφεις 10 πράγματα που αγαπάς

  3. Καλείς 10 φίλους να παίξουν
Καλώ λοιπόν να παίξουν।
________________________
http://environment-medicines-food।blogspot.com/
http://avraoneirou।blogspot.com/
http://totaxidimou।blogspot.com/
http://akrovatisa।blogspot.com/
http://greatdirectorsgreatmovies।blogspot.com/
http://pwlinaxristopoulou।blogspot.com/
http://hfaistiwnas।blogspot.com/
http://elafivolion।blogspot.com/
http://aktida।blogspot.com/
http://diamantenia-problita।blogspot.com/

ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΑΙΞΕΙ ΑΚΟΜΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΠΡΌΣΔΕΚΤΟΣ ΝΑ ΠΑΙΞΕΙ.

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΣ ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ ΤΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΜΕ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΚΑΙ ΑΣ ΜΑΘΟΥΜΕ ΤΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ.


Η μικρή ρωγμή

Μια φορά και έναν καιρό...
ένας Σουλτάνος έχτισε ένα παλάτι στην καρδιά της ερήμου.
Έφερε εργάτες και όλα τα αναγκαία υλικά ξοδεύοντας 100.000 δηνάρια.
Το παλάτι ήταν υπέροχο με χρυσούς και αργυρούς τρούλους και πυργίσκους, με καταπράσινους κήπους και σιντριβάνια, καρποφόρα δέντρα και πουλιά.
Τα δωμάτια ήταν επιπλωμένα και διακοσμημένα με μεγάλη χλιδή αλλά και καλό γούστο.

Όταν ήταν τελειωμένο πια κάλεσε τους βεζίρηδές του, τους άρχοντες και τους μεγιστάνες του για τα εγκαίνια. Ήρθαν όλοι φέρνοντας δώρα για τη γιορτή.
Ο Σουλτάνος, αφού τους ξενάγησε παντού δείχνοντας όλες
τις ομορφιές του παλατιού του, τους έβαλε να καθίσουν μαζί του
σε μια αίθουσα για να φάνε και να πιούνε.
Τους ρώτησε όλους να πούνε τη γνώμη τους -κατά πόσο υπήρχε κάποια λεπτομέρεια, κάποια παράλειψη που να χρειαζόταν διόρθωση.
Όλοι μίλησαν με εγκωμιαστικά λόγια και κανείς δεν ανέφερε
κανένα ελάττωμα, κανένα ψεγάδι.

Μόνο ένας γέροντας ιερωμένος δεν έλεγε τίποτα ωσότου τελικά ο Σουλτάνος τον πίεσε και αυτόν να μιλήσει.
«Σουλτάνε μου», του είπε με σεβασμό, «χίλια να 'ναι τα χρόνια σου για κάθε μέρα μου, όμως υπάρχει ένα μικρό ελάττωμα, μια μικρή ρωγμή, στο οικοδόμημά σου.
Αν δεν υπήρχε αυτή η ρωγμή το παλάτι σου θα ήταν ανώτερο και από τον παράδεισο.»

«Δε βλέπω καμιά ρωγμή, καμιά παράλειψη!», είπε οργισμένος ο Σουλτάνος.
«Εσύ δεν ξέρεις τίποτα από αρχιτεκτονική και
προσπαθείς τώρα να κάνεις επίδειξη με ανοησίες.»

«Έχεις δίκιο, πολυχρονεμένε μου! Εγώ δεν ξέρω τίποτα από αρχιτεκτονική,
μα η ρωγμή υπάρχει. Όλοι την έχουν αμελήσει και κανείς δεν μπορεί να τη διορθώσει. Δεν τη βλέπετε λόγω της αλαζονείας σας. Μιλώ για τη ρωγμή μέσα από την οποία έρχεται ο άγγελος του Θανάτου, ω Σουλτάνε μας!
Τι γίνεται όταν έρθει εκείνος; Ποιος θα τον σταματήσει;
Δεν υπάρχει καμιά τέχνη που να κάνει άφθαρτο το φθαρτό,
ούτε πλούτος που να φράξει τη ρωγμή εκείνη.
Γι αυτό Σουλτάνε μου μη στηρίζεις την ευτυχία σου σε αυτά τα πράγματα και
μην αφήνεις την υπερηφάνεια να σε τυφλώνει.»
___________________________________________________________________

Η ΩΡΑ ΓΙΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ

- Και γιατί κατηγορούμενε, δεν έσπευσες να παραδώσεις αυτήν την πολυτιμη καρφίτσα, αφού λες ότι την βρήκες στον δρόμο;

- Μα κύριε δικαστά, δεν βλέπετε που γράφει πάνω: "Δική σου για πάντα;"
_______________________________________________________________
Τέσσερις ναυαγοί ηλικίας 20, 30, 40 και 60 ετών βρίσκονται σε ένα νησί και σε απόσταση αναπνοής σε ένα άλλο νησί βρίσκονται 4 καταπληκτικά μοντέλα.
Ο 20άρης λέει:
- Γρήγορα να κολυμπήσουμε να πάμε απέναντι στα κορίτσια!
Ο 30άρης του απαντά:
- Καλά μην βιάζεσαι και τόσο...
Ο 40άρης προτείνει:
- Εγώ λέω να κατασκευάσουμε μία σχεδία
O 60άρης:
- Για σταθείτε βρε παιδιά Γιατί να τα κάνουμε όλα αυτά; Αφού και από εδώ βλέπουμε!!!
________________________________________________________________
Δύο βοσκοί συζητούν για τα ερωτικά τους κατορθώματα.
- "Που λες Μήτσουμ, εδώ σ` αυτό το βραχάκι μπρουστά μας έκαμα χθες για πρώτη φορά έρωτα με την Μαριγώ."
- "Σώπα ρε. Τι μι λες."

- "Αρε αλήθεια σι λέω ήταν κι μάνα της μπροστά."

- "Σώπα ρε. Κι τι έλεγε ρε;"
- "Μπεεεε."
________________________________________________________________
Ένα Σάββατο κατά τις έντεκα το πρωί ένας καλοντυμένος κύριος, παρουσιάζεται,συνοδεύεται από μια κομψή κυρία,σ' ένα κατάστημα πού πουλάει γούνες και ζητάει να δει μερικά παλτά από βιζόν.
Διαλέγει ένα για την νεαρή γυναίκα και βγάζει το καρνέ των επιταγών του.
- Θα δώσετε το τσεκ στην Τράπεζα τη Δευτέρα το πρωί, λέει στον καταστηματάρχη και θα στείλετε το παλτό στ η διεύθυνση της κυρίας αμέσως μόλις πάρετε τα λεφτά.
Δύο μέρες περνούν. Τη Δευτέρα το πρωί ο κύριος πηγαίνει και πάλι στο μαγαζί αυτή τη φορά μόνος του και ο καταστηματάρχης του λέει οτι το τσεκ του δεν έχει αντίκρυσμα.
- Το ήξερα, λέει ο κύριος, από την αρχή Αλλά μου χαρίσατε το ωραιότερο Σαββατοκύριακο της ζωής μου.
________________________________________________________________
Ο πωλήτης αυτοκινήτων προσπαθεί να εξυπηρετήσει έναν απαιτητικό Σκοτσέζο. Για να τον πείσει να αγοράσει, του λέει:
- Είναι πάρα πολυ οικονομικό αυτοκίνητο.Να φανταστείτε πως με μόνο ένα κουτάλι βενζίνη μπορείτε να κάνετε δέκα ολόκληρα χιλιόμετρα.
Και ο Σκοτσέζος:
- Τι κουτάλι; Κουτάλι του γλυκού ή μήπως της σούπας;
_______________________________________________________________
Ένας Σκωτζέζος μπαίνει σε ένα μπαρ, κάθεται και παραγγέλνει μία μπύρα. Πριν πει ρωτάει πόσο κοστίζει.
- 150 δραχμές, απαντά το γκαρσόνι.
- Πανάκριβη είναι, λέει ο Σκωτζέζος.
- Όρθιος θα μπορούσατε να την πιείτε με 100 δραχμές, του λέει το γκαρσόνι.
Και αν σταθώ στο ένα πόδι; απαντά ο Σκωτζέζος!
_______________________________________________________________
Μπαίνει ένας άνδρας σε ένα βιβλιοπωλείο:
- Έχετε, ρωτάει, το βιβλίο "Αντρας, ο αρχηγός του σπιτιού";
- Όχι, δεν πουλάμε παραμύθια...
_______________________________________________________________
Ένας Γάλλος, ένας Ιταλός κι ένας Έλληνας συζητούν περί σεξ:

- Χθες το βράδυ, λέει ο Γάλλος, έκανα τρεις φορές έρωτα με την γυναίκα μου και το πρωί, μου έφτιαξε μια υπέροχη ομελέτα!

- Εγώ, λέει ο Ιταλός, έκανα έξι φορές έρωτα με την γυναίκα μου και το πρωί μου είχε φτιάξει ένα υπέροχο πρωινό, λέγοντάς μου ότι θα με αγαπά για πάντα!

Ο Έλληνας δεν μιλούσε κι έτσι αναγκάστηκαν να τον ρωτήσουν οι άλλοι:

- Εγώ, λέει ο Έλληνας, έκανα μόνο μία φορά.

- Μόνο μία;

- Ναι.

- Και τι σου είπε το πρωί;

- Μην σταματάς, μωρό μου!
________________________________________________________________
Ένας τύπος μπαίνει σε ένα μπαρ και παραγγέλνει μία μπίρα.
Μετά από λίγο χρειάζεται να πάει στην τουαλέτα αλλά επειδή φοβάται μην κλέψει κανείς το ποτό του βάζει ένα σημάδι που έγραφε.
"Έχω φτύσει στην μπίρα, μην πίνετε!".
Μετά από λίγα λεπτά επιστρέφει και υπάρχει μια άλλη που βρίσκεται δίπλα στην μπύρα του, να λέει, "Έτσι έκανα!"

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

ΣΑΣ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ;;ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ!!

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ





Η Αλεπού κοίταξε το Μικρό Πρίγκηπα, για πολύ ώρα.


-Σε παρακαλώ εξημέρωσέ με! είπε.


-Το θέλω, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, αλλά δεν έχω πολύ χρόνο. Έχω να ανακαλύψω φίλους και πολλά πράγματα να γνωρίσω.


-Γνωρίζουμε μονάχα τα πράγματα που εξημερώνουμε, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίζουν τίποτα. Τ’ αγοράζουν όλα έτοιμα απ’ τους εμπόρους. Επειδή όμως δεν υπάρχουν έμποροι που να πουλάν φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσέ με.


-Τι πρέπει να κάνω; Είπε ο μικρός πρίγκιπας.


-Χρειάζεται μεγάλη υπομονή, απάντησε η αλεπού. Στην αρχή θα καθίσεις κάπως μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι. Θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού κι εσύ δε θα λες τίποτα. Ο λόγος είναι πηγή παρεξηγήσεων. Κάθε μέρα, όμως, θα μπορείς να κάθεσαι όλο και πιο κοντά…


Την επόμενη μέρα ο μικρός πρίγκιπας ξαναήρθε.


-Θα ήταν καλύτερα αν ερχόσουν την ίδια πάντα ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι, για παράδειγμα, στις τέσσερις τ’ απόγευμα από τις τρεις θ’ αρχίζω να είμαι ευτυχισμένη. Όσο περνάει η ώρα τόσο πιο ευτυχισμένη θα νιώθω. Στις τέσσερις πια θα κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα και θ’ ανησυχώ. Θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε λάχει, δε θα ξέρω ποτέ τι ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα γιορτινά της…Χρειάζεται κάποια τελετή.


-Τι πάει να πει τελετή; Είπε ο μικρός πρίγκιπας.


-Είναι κι αυτό κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, μια ώρα με τις άλλες ώρες. Υπάρχει, για παράδειγμα, μια τελετή στους κυνηγούς. Χορεύουν την Πέμπτη με τα κορίτσια του χωριού. Η Πέμπτη λοιπόν είναι υπέροχη μέρα. Πάω και κάνω βόλτα ίσαμε τ’ αμπέλι. Αν οι κυνηγοί χόρευαν οποτεδήποτε, οι μέρες θα έμοιαζαν σαν όλες, κι εγώ δε θα είχα ποτέ διακοπές.


Έτσι ο μικρός πρίγκιπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίασε η ώρα του αποχωρισμού:


-Αχ, είπε η αλεπού… Θα κλάψω.
-Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, εσύ θέλησες να σε εξημερώσω…
-Σωστά, είπε η αλεπού.
-Όμως θα κλάψεις, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
-Σωστά, είπε η αλεπού.
-Τι κέρδισες λοιπόν;
-Κέρδισα, είπε η αλεπού, το χρώμα του σταριού.


Έπειτα πρόσθεσε.


-Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο. Θα ξανάρθεις να με αποχαιρετήσεις και θα σου χαρίσω ένα μυστικό.
Ο μικρός πρίγκιπας πήγε να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα.


-Δε μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο, δεν είσαστε τίποτα ακόμα, τους είπε. Κανείς δε σας έχει εξημερώσει και δεν έχετε εξημερώσει κανέναν. Είσαστε όπως ήταν η αλεπού μου. Μια αλεπού ίδια μ’ άλλες εκατό χιλιάδες. Γίναμε όμως φίλοι και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο.


Και τα τριαντάφυλλα στέκονταν θιγμένα.


-Είσαστε όμορφα, όμως είσαστε άδεια, τους είπε ακόμα. Δεν πεθαίνει κανείς για σας. Βέβαια, το δικό μου τριαντάφυλλο ένας απλός περαστικός θα έλεγε πως σας μοιάζει. Όμως εκείνο μόνο του έχει περισσότερη σημασία απ’ όλα εσάς, αφού εκείνο είναι που πότισα. Αφού εκείνο έβαλα κάτω απ’ τη γυάλα. Αφού εκείνο προστάτεψα με το παραβάν. Αφού σ’ εκείνο σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δύο τρεις για να γίνουν πεταλούδες). Αφού εκείνο άκουσα να παραπονιέται ή να κομπάζει ή κάποιες φορές ακόμα να σωπαίνει. Αφού είναι το τριαντάφυλλό μου.


Και ξαναγύρισε στην αλεπού:


-Αντίο, είπε…


-Αντίο, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν.


-Την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν, επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.


-Είναι ο χρόνος που ξόδεψες για το τριαντάφυλλό σου που το κάνει τόσο σημαντικό.


-Είναι ο χρόνος που ξόδεψα για το τριαντάφυλλό μου…είπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.


-Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια, είπε η αλεπού.


-Μα εσύ δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος για ό,τι έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου…


-Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου… Ξανάπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται…



Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΑΛΙ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΜΑΣ ΜΕ ΟΔΗΓΟ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ!!!!!












Ένας τρελογιατρός γνωρίζει μια γκόμενα।Κάποια στιγμή η γκόμενα του ζητάει να έρθει μαζί του στο τρελοκομείο για να δει πως είναι.Την παίρνει λοιπόν μαζί του ο τρελογιατρός κι αρχίζει να την ξεναγεί στους θαλάμους του τρελοκομείου.Κάποια στιγμή λοιπόν η γκόμενα τον ρωτάει: Αυτός ο τύπος εκεί στην άκρη απο που είναι;και ο γιατρός της απαντάει Από την θεσσαλονίκη γλυκιά μου,μετά από λίγο, καθώς ο γιατρός την ξεναγεί,η γκόμενα ξαναρωτάει: Αυτός ο τύπος εκεί πιο πέρα απο που είναι; και ο γιατρός απαντάει: Απο θεσσαλονίκη γλυκιά μου. Μετά από λίγο η γκόμενα τον ξαναρωτάει για κάποιον άλλο και ο γιατρός της δίνει και πάλι την ίδια απάντηση Απο θεσσαλονίκη είναι κι αυτός γλυκιά μου.Γυρίζει λοιπόν η γκόμενα και του λέει Καλά ρε παιδί μου,τι έγινε και τρελάθηκαν όλοι στην θεσσαλονίκη; και ο γιατρός της απαντάει: Πήρε το πρωτάθλημα ο ΠΑΟΚ γλυκιά μου κι αυτό συμβαίνει σπάνια.
_______________________________________________________________
Δυο τεμπέληδες κοιμούνται όταν κάποιος κλέφτης μπαίνει στο δωμάτιο τους και τραβάει σιγά σιγά το πάπλωμα και τους το παίρνει. Ο ένας το παίρνει είδηση και λέει στον άλλον:
"Σήκω και πιάσε αυτόν που μας πήρε το πάπλωμα."
Κι ο άλλος: "Αφησε τον όταν ξανάρθει να πάρει το μαξιλάρι θα τον πιάσουμε!"
_______________________________________________________________
Ένας άντρας έβαλε μικρή αγγελία σε εφημερίδα «Ζητείται σύζυγος».
Την επόμενη μέρα έλαβε εκατοντάδες γράμματα.
Όλα έλεγαν το ίδιο πράγμα.
ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΑΡΕΙΣ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ।
_______________________________________________________________
Δύο σκύλοι συναντήθηκαν ένα πρωινό στο δρόμο. Ο μεγαλύτερος χαιρέτησε τον μικρότερο πρώτος με ένα γαβ-βαβ. Ο μικρότερος σήκωσε τη μύτη ψηλά, περιφρο-νητικά, και απάντησε "καλημέρα" με ανθρώπινη φωνή!
- Τι είναι πάλι ετούτο; λέει ο μεγάλος σκύλος. Είσαι στα καλά σου;
- Τι λες αγαπητέ μου, τον διακόπτει ο μικρός. Στην εποχή μας, αν δεν μιλάει κανείς ξένες γλώσσες, χάθηκε!
_______________________________________________________________
Ένας άντρας ρωτά το γιατρό αν θα ζήσει μέχρι τα 100.
Ο γιατρός τον ρωτά: Πίνεις, καπνίζεις;
Όχι απαντά ο άντρας.
Γιατρός: Ξενυχτάς, παίζεις χαρτιά;
Αντρας: Όχι βέβαια, ποτέ δεν έκανα κάτι τέτοιο μέχρι τώρα.
Γιατρός: οδηγείς επικίνδυνα, πας με άλλη γκόμενα κάθε βράδυ;
Αντρας: Όχι και ούτε πρόκειται.
Γιατρός: Και τότε γιατί στο διάολο θες να ζήσεις τόσο πολύ;
_______________________________________________________________
Ο μπάρμπα-Μήτσος, γνωστός κτηνοτρόφος της περιοχής με πολλά πρόβατα, στέλνει το γιό του στην Ιταλία για σπουδές. Κάποια στιγμή, μετά από καιρό, ο μπάρμπα-Μήτσος κατέβηκε από τη στάνη στην πόλη για να στείλει λεφτά στο γιό του. Στην πόρτα της τράπεζας, ανταμώνει ένα παλιό του φίλο κι αρχίζουν την κουβέντα.
- Βρε μπάρμπα-Μήτσο! Τι κάνεις; Πώς είσαι;
- Πώς να είμαι ρε Μιχάλη, καλά, να ήρθα να στείλω λεφτά στο γιό μου που σπουδάζει στην Ιταλία.
- Μπράβο, πολύ ωραία. Και τι σπουδάζει μπάρμπα-Μήτσο ο γιός σου;
- Λύκος!
- Λύκος! Εχω ακούσει μηχανικός, γιατρός, αλλά λύκος πρώτη φορά. Είσαι σίγουρος μπάρμπα-Μήτσο;
- Λύκος, Μιχάλη μου, Λύκος! Είχα δυο χιλιάδες πρόβατα και τώρα έχω μόνο εκατό!
________________________________________________________________
Κάποιος Ανωγειανός ταξιδεύει με λεωφορείο για το Ηράκλειο. Σε κάποια στιγμή λέει του οδηγού:
- Οδηγέ, σταμάτα σε παρακαλώ, μα ίδια εδά.
Ο οδηγός σταματά και ο Ανωγειανός ανοίγει το παράθυρο, βγάζει το χέρι του έξω και αμολάει ένα ψύλλο που λίγο πριν είχε πιάσει επάνω και του λέει:
- Αφού δεν ήθελες να πας ήσυχα με το λεωφορείο στη Χώρα (Ηράκλειο), πήγαινε τώρα με τα πόδια!
________________________________________________________________
Καθότανε ο Μανωλιός στο καφενείο και μπαίνει μέσα ο σύντεκνός του...
ΣΥΝΤ: Μπρε Μανωλιό κατέχεις τι κάνει η γυναίκα σου;
ΜΑΝ: Είναι σπίτι και καθαρίζει.
ΣΥΝΤ: Μπρε; Τα μάθια τσι βγάνει με τον γκόμενο!
ΜΑΝ: Ήντα λες... Θα τους σφάξω θέλει. Πάει ο Μανωλιός στο σπίτι και
από πίσω του να τον ακολουθεί όλο το χωριό. Μπαίνει μέσα και τους
βλέπει να γ***ε και φωνάζει...
ΜΑΝ: Aτιμε θα σε σφάξω...και σηκώνει το χέρι του να τον χτυπήσει.
Αυτός 2 μέτρα άντρας του το πιάνει, σηκώνει το άλλο χέρι του πιάνει
και το άλλο και εκείνη την στιγμή όλο το χωριό από πίσω του φωνάζει:
Ε! Μανωλιό με τα κέρατα μπρε με τα κέρατα!
________________________________________________________________
Ο σύζυγος κάθεται στον καναπέ στο σαλόνι κάνοντας συνεχώς ζάπινγκ ανάμεσα σε δυο κανάλια όταν από το βάθος ακούγεται η φωνή της συζύγου
- Τι κάνεις εκεί ρε Δημήτρη, θα την κάψεις την τηλεόραση!
- Τι να κάνω ρε γυναίκα; Αφού βάλανε το μπάσκετ μαζί με την τσόντα και δεν ξέρω ποιο από τα δυο να δω...
και η γυναίκα:
- Την τσόντα δες... μπάσκετ ξέρεις!
________________________________________________________________
Δυο ψεύτες κάνουν διαγωνισμό στο ποιος θα πει το μεγαλύτερο ψέμα.
Λέει ο πρώτος δείχνοντας το καμπαναριό:
- "Βλέπεις μια μύγα πάνω στην καμπάνα;"
Κι ο δεύτερος:
- "Εγώ δε βλέπω τη μύγα αλλά ακούω τα βήματα της!!"
________________________________________________________________
Ένας Γάλλος, ένας Ιταλός κι ένας Έλληνας συζητούν περί σεξ:

- Χθες το βράδυ, λέει ο Γάλλος, έκανα τρεις φορές έρωτα με την γυναίκα μου και το πρωί, μου έφτιαξε μια υπέροχη ομελέτα!

- Εγώ, λέει ο Ιταλός, έκανα έξι φορές έρωτα με την γυναίκα μου και το πρωί μου είχε φτιάξει ένα υπέροχο πρωινό, λέγοντάς μου ότι θα με αγαπά για πάντα!

Ο Έλληνας δεν μιλούσε κι έτσι αναγκάστηκαν να τον ρωτήσουν οι άλλοι:

- Εγώ, λέει ο Έλληνας, έκανα μόνο μία φορά.

- Μόνο μία;

- Ναι.

- Και τι σου είπε το πρωί;

- Μην σταματάς, μωρό μου!
__________________________________________________________________

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

ΓΥΡΙΣΑ!!!!!ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΟΥΜΕ !ΚΑΛΩΣ ΣΑΣ ΒΡΙΣΚΩ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΟΛΕΣ .ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΑΠΟ ΑΥΡΙΟ ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ!!!!








Είναι τελικά ο Σεπτέμβρης ο μήνας που όσο κανένας άλλος σηματοδοτεί την αλλαγή εποχής. Το βλέπεις παντού γύρω σου. Το οσμίζεσαι. Το νιώθεις.




Κανένας άλλος μήνας δεν το καταφέρνει τόσο απόλυτα. Kανένας άλλος μήνας δε μας δημιουργεί την αίσθηση ότι περνάμε σε άλλη εποχή.

Καλή αρχή με χαμόγελα αισιοδοξίας και όνειρα!
____________________________________________________________________
ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!!!

____________________________________________________________________


Κάπου στα βόρεια προάστια ένας καλοντυμένος κύριος περπατάει αμέριμνος τη νύχτα...




Ξαφνικά, πίσω από ένα δέντρο πετάγεται ένας μασκοφορεμένος, του κολλάει ένα πιστόλι στα πλευρά και του ψιθυρίζει:




-Τα λεφτά σου και γρήγορα...




-Μα τι λες; αντιδράει ο κύριος. Ξέρεις ποιός είμαι εγώ; Εγώ είμαι ο Τάδε Ταδόπουλος, Βουλευτής και πρώην Υπουργός…
-Ε, τότε αλλάζει, λέει ο μασκοφορεμένος, τα λεφτά ΜΟΥ και γρήγορα κουφάλα!!!!!!!!!!!




________________________________________________________________




Ο σύζυγος κάθεται στον καναπέ στο σαλόνι κάνοντας ζάπινκγ ανάμεσα σε δυο κανάλια.

Από το βάθος ακούγεται η φωνή της συζύγου:

- Τι κάνεις ρε? Θα την κάψεις την τηλεόραση...

- Τι να κάνω ρε γυναίκα αφού βάλανε το μπάσκετ μαζί με την τσόντα ... δεν ξέρω ποιο από τα δύο να δω ...

- Την τσόντα δες ... μπάσκετ ξέρεις ...




___________________________________________________________

Σε ένα εστιατόριο ο πελάτης λέει στο γκαρσόν:
- Σας παρακαλώ, μπορείτε να πάρετε το κοτόπουλο να το ψήσετε λιγάκι ακόμα?
- Γιατί, τι έχει?
- Μου τρώει τις πατάτες!
___________________________________________________________
Γιατρέ, όταν ακουμπάω τη γλώσσα μου πάνω σε ένα κομμάτι αλουμινόχαρτο στο οποίο έχω συνδέσει δυο ηλεκτρόδια, νιώθω ένα ρυθμικό τσίμπημα, αλλά μόνο αν πρώτα έχω φάει μηλόπιτα και έχω κάνει γαργάρα με βότκα. Έχω κάτι;
- Πολύ ελεύθερο χρόνο.


_____________________________________________________________





Μπαίνει ένας βλάχος σ' ένα κατάστημα:




- Θέλου μια φουτουγραφική μηχανή!




- Με φλας; τον ρωτάει η πωλήτρια




- Γιατί, άμα σε φλίσου θα μτι δώσεις τζάμπα;




_____________________________________________________________




Μια ξανθιά είχε πρόβλημα με την ταμειακή της. Οπότε παίρνει τηλέφωνο τον τεχνικό και τον ρωτάει:

- "Έχω πρόβλημα με την ταμειακή. Δεν σβήνει την τιμή."

Και ο τεχνικός της λέει:
- "Πάτα το CL κουμπί."

Και απαντάει η ξανθιά:
- "Μα ποιο σιέλ κουμπί; Όλα πράσινα είναι!!"




___________________________________________________________




Μία ομάδα αντρών στον Παράδεισο αποφάσισαν να πάνε εκδρομή στην κόλαση ένα Σαββατοκύριακο.

Οι άντρες της κόλασης τους καλοδεχτήκανε με μουσική, τραπέζια, ποτά, γυναίκες και ότι άλλο θα μπορούσαν να φανταστούν... και περάσανε τόσο υπέροχα, που κάνανε συνήθεια αυτή την επίσκεψη και καλομάθανε με την συμπεριφορά των κολασμένων.

Σε κάποια φάση σκεφτήκανε πως αφού πάνε τόσο συχνά, καλό θα ήταν να εγκατασταθούνε εκεί αντί να πηγαινοέρχονται.

Οπότε, μάζεψαν τα πράγματά τους και πήγαν στην κόλαση. Αυτή τη φορά, αντί για την συνηθισμένη υποδοχή, τους πλακώσανε στο ξύλο και τους έδιωξαν.

Με μεγάλη έκπληξη ρώτησαν τους κατοίκους της κόλασης για ποιο λόγο άλλαξαν τη συμπεριφορά τους.




Και η απάντηση που πήραν ήταν η εξής:

- Άλλο τουρίστας και άλλο μετανάστης!




___________________________________________________________

Tαξίδευε κάποιος με το αυτοκίνητό του από την Αθήνα πρός τη Θεσσαλονίκη.

Κάπου στο ύψος της Μαλακάσας, του πετάγεται ένας τύπος ντυμένος από την κορυφή ως τα νύχια στα κόκκινα και του κάνει νόημα να σταματήσει.

Μόλις σταματάει, πλησιάζει στο παράθυρο και του λέει :

- Γειά σου φίλε, είμαι ο μακάκας με τα κόκκινα και πεινάω. Εχεις τίποτα φαγώσιμο;

Παραξενεύεται ο άνθρωπος με το παρανοϊκό της όλης φάσης, αλλά τον λυπάται και του δίνει ένα σάντουιτς που είχε μαζί του.

Μερικά χιλιόμετρα παρακάτω, εκεί κοντά στις στροφές της Μαλαισίνας, του πετάγεται και τον σταματάει ένας άλλος παρόμοιος τύπος ντυμένος όλος στα πράσινα.

Σκύβει κι αυτός στο παράθυρο και του λέει :

- Φίλε μου, γειά σου. Εγώ είμαι ο μακάκας με τα πράσινα και πεθαίνω της δίψας. Δώσε μου κάτι να πιώ σε παρακαλώ.

Τι να κάνει ο οδηγός... Σκέφτεται: "Θα δραπέτευσε καμμιά φουρνιά τρελών από το Δαφνί"... αλλά είναι και πονόψυχος και του δίνει μια Coca - Cola που είχε στο αμάξι.

Δεν προλαβαίνει να φτάσει στα Καμμένα Βούρλα και εκεί στον Αγιο Κωνσταντίνο, να σου κι ένας άλλος ανάλογος τύπος ντυμένος στα μπλέ.

Το έχει συνηθίσει πια το παρανοϊκό σκηνικό ο ήρωάς μας, οπότε μόλις ο μπλέ μαρέν άνθρωπος πλησιάζει στο παράθυρο, του λέει βιαστικά :

- Ξέρω, ξέρω εσύ είσαι ο μακάκας με τα μπλέ. Λέγε τι θέλεις.

- ΑΔΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑ !
____________________________________________________________
Κάποτε ηταν ενα μίκρο αγοράκι με την οικογένεια του.Το μεσημέρι που λες ο μπαμπάς του παιδιού του έφτιαξε αύγα.το παιδάκι όμως δεν τα ήθελε.και του λέει ο πατέρας του.
-Φάε το αυγουλάκι σου παιδί μου να μεγαλώσεις
-Δεν θέλω.
-Φάε το αυγό σου παιδί μου να γίνεις δυνατός.
-Δεν θέλω.Απαντάει πάλι το παιδί.
-Φάε το αυγουλάκι σου παιδί μου να μεγαλώσει το πουλάκι σου.Και τότε ακούγοντας το αυτό πετάγεται η μαμά από την κουζίνα και λέει.
-Θανάση φάε εσυ το αυγό στο παιδί θα φτιάξω μπιφτέκια.
____________________________________________________________



Μια μέρα ο Κώστας μπαίνει μέσα στο σαλόνι του σπιτιού του και αναγγέλλει στους γονείς του ενθουσιασμένος το γάμο του με το πιο όμορφο κορίτσι της πόλης τη Μαρία.




Ο πατέρας του τον παίρνει πιο πέρα και του λέει: Αγόρι μου πρέπει να σου εξομολογηθώ κάτι. Ξέρεις η μητέρα σου κι εγώ είμαστε χρόνια παντρεμένοι, είναι εξαιρετική, την αγαπώ και τη σέβομαι αλλά δεν ήταν και ιδιαίτερα εκδηλωτική ερωτικά οπότε κατά καιρούς έκανα σχέσεις με άλλες. Σπαράζει η καρδιά μου που στο λέω αλλά η Μαιρούλα είναι ετεροθαλής αδελφή σου και δε γίνεται να την παντρευτείς.




Ο Κώστας πληγώνεται, αλλά σκέφτεται ότι η ζωή συνεχίζεται. Μετά από μήνες αρχίζει να βγαίνει με άλλα κορίτσια και τα πράγματα πηγαίνουν ομαλά μέχρι που ένα βράδυ... εισβάλει πάλι στο σαλόνι και γεμάτος χαρά λέει: Μαμά, μπαμπά, η Αννούλα κι εγώ παντρευόμαστε.




Πάλι ο πατέρας του τον παίρνει παράμερα και του λέει ότι η Αννούλα είναι αδελφή του και ...




Ο νεαρός απελπισμένος περνά άλλη μια κρίση. Μετά από μέρες ξεσπά και λέει στη μαμά του: Τον μισώ τον πατέρα, μου έχει κάνει τόσο κακό! Ποτέ δε θα παντρευτώ!!! Κάθε φορά που ερωτεύομαι εκείνος μου λέει ότι το κορίτσι είναι αδελφή μου!!! Και η μητέρα του απαντά: Καλά μωρό μου μη δίνεις και μεγάλη σημασία στο τι λέει. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι ο πραγματικός σου πατέρας.




____________________________________________________________




Περπατάει ένας παππούς στο δρόμο και ξαφνικά αντιλαμβάνεται τον Χάρο να τον ακολουθεί.

- Αμάν, λέει, πρέπει κάπου γρήγορα να κρυφτώ...

Τρέχει-τρέχει ο παππούς και ο Χάρος από πίσω. Φτάνει ο παππούς απεγνωσμένος σε μια γωνιά και ψάχνει κάπου να κρυφτεί. Ξαφνικά βλέπει απέναντι έναν παιδικό σταθμό και σκέφτεται πως είναι μια πολύ καλή κρυψώνα. Μπαίνει βιαστικά μέσα, πάνω στην ώρα που τα μικρά ετοιμαζόντουσαν για να φάνε και φορούσανε τις σαλιάρες τους. Τι να κάνει ο παππούς, φοράει και αυτός μια σαλιάρα και κάθεται.

Αρχίζουν όλα μαζί τα πιτσιρίκια να φωνάζουν: - Μαμ, μαμ, μαμ...

Και τότε ο παππούς κάνει το ίδιο: - Μαμ, μαμ, μαμ...

Τότε αντιλαμβάνεται ένα χέρι στον ώμο του να τον χτυπάει και μια φωνή να του λέει:

- Κάνε γρήγορα Μαμ, γιατί μετά θα πάμε άτα!!!




____________________________________________________________




Ήταν ένα αντρόγυνο και ήθελε να χωρίσει. Πήγε λοιπόν στα δικαστήρια. Και οι 2 όμως ήθελαν την κηδεμονία του μονάκριβου και λατρεμένου παιδιού τους.

Πρώτη η γυναίκα λοιπόν έπεσε κλαίγοντας στα πόδια της δικαστίνας και την ικέτεψε να δώσει το παιδί σε αυτήν αφού εκείνη ήταν που το έφερε στον κόσμο. Αυτό φάνηκε λογικό στη δικαστίνα που ήταν και γυναίκα, αλλά ήθελε να ακούσει και το επιχείρημα του άντρα.

Σηκώνεται λοιπόν ο άντρας και μετά από λίγη σκέψη λέει: «Κύρια δικαστά, όταν ρίχνετε ένα νόμισμα στο μηχάνημα για να πάρετε μια pepsi, μόλις βγει η pepsi ανήκει σε σας ή στο μηχάνημα;»

____________________________________________________________
ΕΛΕΙΨΑ ΑΡΚΕΤΟ ΚΑΙΡΟ,ΑΛΛΑ ΠΕΡΑΣΑ ΟΜΟΡΦΑ,ΧΑΛΑΡΑ ΧΩΡΙΣ ΑΓΧΟΣ.
ΕΛΠΙΖΩ ΚΑΙ ΣΕΙΣ ΝΑ ΠΕΡΑΣΑΤΕ ΟΜΟΡΦΑ.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΑΦΗΝΑΤΕ.
ΕΙΜΑΙ ΠΟΛΥ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΑ ΠΑΛΙ ΣΤΗΝ ΜΠΛΟΚΟΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΚΑΛΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΦΙΛΕΣ.

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

ΣΑΣ ΑΦΗΝΩ ΤΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΥΧΗ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΤΕ ΤΟ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΓΕΜΑΤΟ ΥΓΕΙΑ-ΧΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ.ΘΑ ΤΑ ΠΟΥΜΕ ΤΕΛΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ!!!







ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΣΑΣ ΑΦΗΣΩ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΚΑΙ ΝΑ ΣΑΣ ΕΥΧΗΘΩ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΤΕ ΤΟ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΓΕΜΑΤΟ ΧΡΩΜΑΤΑ-ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑ.ΘΑ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΠΑΛΙ ΟΛΟΥΣ-ΟΛΕΣ ΤΕΛΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ. ΑΝ ΜΠΟΡΕΣΩ ΩΣ ΤΟΤΕ ΘΑ ΣΑΣ ΚΑΝΩ ΕΠΙΣΚΕΨΗ.
ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΞΕΚΟΥΡΑΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΔΥΝΑΜΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΩΣΤΕ ΝΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΧΕΙΜΩΝΑ ΠΟΥ ΘΑ ΕΡΘΕΙ.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΑΣ.

ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΜΗ ΜΕ ΞΕΧΑΣΕΤΕ:))))))
____________________________

ΝΑ ΘΥΜΑΣΤΕ ΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑΤΕ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ.
_________________________________________________


- Γιατί οι Πόντιοι κρεμούν σκουλαρίκια στους τοίχους;
- Γιατί και οι τοίχοι εχουν αυτιά...
_____________________________________________________________
Είναι μία ξανθιά στην Αττική οδό, και ρίχνει ένας το αυτοκίνητό του πάνω στο δικό της, και της κάνει χάλια το πορτ-μπαγκάζ.
Βγαίνει η ξανθιά και βλέπει την ζημιά και αναρωτιέται τι να κάνει.
Περνάει ένας και της λέει να πάει πίσω στην εξάτμιση και να αρχίσει να φυσάει, και έτσι το αυτοκίνητο θα φουσκώσει και τα βαθουλώματα θα φτιαχτούν.
Αρχίζει η ξανθιά, φυσάει, φυσάει ώσπου περνάει μία άλλη και της λέει:
- Τι φυσάς μωρή χαζή; Αφού έχεις ανοιχτά τα παράθυρα!!
_____________________________________________________________
Ένας επιχειρηματίας, αποφασίζει μια μέρα να διαπιστώσει πόσο έξυπνο είναι το στελεχιακό προσωπικό της επιχείρησης του. Έτσι καλεί με τη σειρά πρώτα το μηχανικό του.
Επιχ/τιας: - "Δε μου λες, πόσο κάνει 1+1;"
Μηχανικός: - "Τι ερώτηση είναι αυτή αφεντικό; Κάνει 2."
Φωνάζει το δικηγόρο του.
Επιχ/τίας: "Δε μου λέτε, πόσο κάνει 1+1;"
Δικηγόρος: "1+1 κάνει 2, εάν ο νόμος δεν ορίζει κάτι διαφορετικό."
Τέλος, φωνάζει και το λογιστή του.
Επιχ/τίας: "Δε μου λέτε, πόσο κάνει 1+1;"
Λογιστής: "Όσο θα θέλατε εσείς αφεντικό."
_____________________________________________________________




Ένας μικρός προσπαθεί να φτάσει το κουδούνι μιας πόρτας κάποιου σπιτιού, χωρίς όμως να τα καταφέρνει.
Τον βλέπει ένας κύριος και πλησιάζει να τον βοηθήσει. Τον σηκώνει στα χέρια και όταν ο μικρός κτυπά το κουδούνι, τον κατεβάζει κάτω.
Τότε ο μικρός γυρίζει και του λέει, έτοιμος να το βάλει στα πόδια:

-Και τώρα κύριε, τρέξτε γιατί θα βγουν να μας κυνηγήσουν!
_____________________________________________________________

Μια φορά κολυμπούσαν σε μια πισίνα δύο άντρες και σε μια στιγμή βλέπουν μια πανέμορφη κοπέλα και λέει ο ένας:
- "Πω πω μια γκόμενα!"
- "Ναι, λέει ο άλλος πρέπει να είναι Γερμανίδα."
- "Όχι ρε τι λες Ελληνίδα είναι."
- "Τι λες ρε έχει τέτοιες κοπέλες η Ελλάδα;"
Εκεί που μάλωναν βλέπουν τη γκόμενα να μπαίνει στην πισίνα και να λέει:
- "Χανς, χανς."
- "Βλέπεις ρε Γερμανίδα είναι λέει ο άλλος."
- "Έχεις δίκιο τελικά."
Και μετά από λίγο πριν τελειώσουν την κουβέντα ακούνε:
- "Χάνς Μήτσο μ`, Χάνς το νερό είνι ζιστό."
_____________________________________________________________
Ήταν ένας άντρας 20 χρόνια παντρεμένος.
Μια μέρα σαν θαύμα εμφανίστηκε ο Θεός και του λέει "ΖΗΤΗΣΕ ΜΟΥ Ο,ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΩ" παραξενεμένος και αιφνιδιασμένος τα χάνει για λίγο αλλά μετά συνέρχεται και λέει "Ευχαριστώ παντοδύναμε και άκου τώρα την ευχή μου.
Θέλω να μου φτιάξεις μια γέφυρα να πάει μονοκόμματα από εδώ
που μένω(Θεσσαλονίκη)για να πάω κατευθείαν με το αμάξι μου στην Κρήτη που είναι το εξοχικό μου χωρίς να παίρνω καράβια και αεροπλάνα και να κάνω τόσα έξοδα", λέει." Α!ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ.ΠΟΛΥΕΞΟΔΟ"
"Καλά, λέει ο άνθρωπος, τότε θέλω να μπορώ να ψυχολογώ τη γυναίκα μου"
Τότε προβληματισμένος ο θεός λέει "ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΠΩΣ ΤΟ ΘΕΛΕΙΣ, ΜΟΝΗΣ Η ΔΙΠΛΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ;
_____________________________________________________________



Πάει ο μπαμπάς στο κρεβάτι του παιδιού του, για να το καληνυχτίσει και το ακούει να λέει:




- Θεούλη μου, θέλω να έχεις καλά τη μαμά μου, το μπαμπά μου, τη γιαγιά μου και δώσε χαιρετίσματα στον παππού μου!




Το ακούει ο μπαμπάς αλλά δε δίνει σημασία! Την επόμενη μέρα χτυπάει το τηλέφωνο και είναι η γιαγιά. Πέθανε ο παππούς!!!




Το ίδιο βράδυ πάει πάλι ο μπαμπάς να καληνυχτίσει το παιδί και ακούει:




- Θεούλη μου, θέλω να έχεις καλά τη μαμά μου, το μπαμπά μου και δώσε χαιρετίσματα στη γιαγιά μου!




Το ακούει ο πατέρας αλλά και πάλι δε δίνει σημασία!




Την επόμενη μέρα πέθανε η γιαγιά! Ο πατέρας τα είδε όλα! Το βράδυ πήγε επίτηδες να κρυφακούσει:




- Θεούλη μου, θέλω να έχεις καλά τη μαμά μου και δώσε χαιρετίσματα στον μπαμπά μου!




Με το που το ακούει αυτό ο μπαμπάς τρελαίνεται!




Την επόμενη μέρα φεύγει απ' το σπίτι νωρίς για τη δουλειά και γυρίζει αργά το βράδυ ευτυχισμένος που μέχρι στιγμής ήταν ζωντανός!




Μπαίνει στο σπίτι καλησπερίζει τη γυναίκα του και της λέει:




- Συγνώμη αγάπη μου, που άργησα αλλά είχα μια πολύ άσχημη μέρα... Και η γυναίκα του λέει:




- Μιλάς εσύ; Εγώ τι να πω που πέθανε ο κουμπάρος μπροστά στην πόρτα μας;








_____________________________________________________________




Ρωτάει ο Άγγλος τον Γερμανό:
- Πήρατε αύξηση φέτος;
- Πήραμε!
- Και τι τα έκανες;
- Ε να, αγόρασα ένα σπίτι στις Άλπεις.
- Και τα υπόλοιπα;
- Με τα υπόλοιπα αγόρασα μια Porsche 911 Carrera. Ρωτάει ο Γερμανός τον Γάλλο:
- Πήρατε αύξηση φέτος;
- Πήραμε!
- Και τι τα έκανες;
- Ε να, αγόρασα για την κόρη μου ένα διαμέρισμα στις Κάννες.
- Και τα υπόλοιπα;
- Με τα υπόλοιπα αγόρασα ένα Audi A6 Avant.

Ρωτάει ο Γάλλος τον Έλληνα:
- Πήρατε αύξηση φέτος;
- Πήραμε!
- Και τι τα έκανες;
- Ε να, αγόρασα ένα παπάκι 125 cc.
- Και τα υπόλοιπα;
- Τα υπόλοιπα τα έβαλε η μάνα μου!




_____________________________________________________________




Ένας τουρίστας παρακολουθεί ένα Ινδιάνο, που καθισμένος κοντά σε μια φωτιά στέλνει σήματα με τον καπνό. Όλα ήταν πρωτόγονα, εκτός από έναν πυροσβεστήρα τελευταίου τύπου.

-Τι τον θέλεις τον πυροσβεστήρα, ρώτησε ο τουρίστας.

-Για να σβήσω τα λάθη, απαντάει ο Ινδιάνος.




_____________________________________________________________

Παντρεύτηκε ένας σε ένα χωριό, και μόλις πήγε τη γυναίκα του στο σπίτι, της είπε:

- Γυναίκα, ότι θέλεις κάνε, αλλά μακριά από το στάβλο με το μεγάλο μαύρο άλογο, γιατί είναι άγριο κι επικίνδυνο!

Ζήσανε κάνα δυο χρόνια ευτυχισμένοι, ξεχάστηκε μια μέρα η φουκαριάρα η γυναίκα, μπήκε στο στάβλο, τρώει μια κλωτσιά από το άλογο, και μας ...άφησε χρόνους.

Έγινε η κηδεία, δεχόταν συλλυπητήρια ο σύζυγος, μόνο που ο παπάς του χωριού, παρατήρησε με περιέργεια, ότι κάθε φορά που τον πλησίαζε γυναίκα να τον συλλυπηθεί, κουνούσε ο σύζυγος το κεφάλι προς τα κάτω, και κάθε φορά που τον πλησίαζε άντρας το κουνούσε προς τα πάνω. Δεν είπε τίποτα βέβαια, τέτοιες ώρες, αλλά την περιέργεια την είχε.

Πέρασε λίγος καιρός, ξαναπαντρεύτηκε ο άνθρωπος, πάλι τα ίδια και με την καινούργια του γυναίκα, «πρόσεχε της είπε, μακριά απ' το στάβλο με το μαύρο άλογο», τι τα θέλετε, ένα χρόνο μετά ξανάγινε το κακό! Μπήκε κι αυτή στο στάβλο, μια δυνατή κλωτσιά και πάλι το άλογο, πάει κι αυτή!

Καινούργια κηδεία, ξανά συλλυπητήρια, μα και πάλι ο παπάς πρόσεξε την ίδια περίεργη συμπεριφορά από τον χήρο, να κουνάει καταφατικά το κεφάλι στις γυναίκες που τον συλλυπούνταν και αρνητικά στους άντρες.

Δεν άντεξε και λίγο μετά, τον πήρε παραπέρα και τον ρώτησε.

- Τι να σου πω παπά μου, του απάντησε. Με πλησίαζαν οι γυναίκες και μου έλεγαν «ζωή σε λόγου σου» κι έγνεφα «ευχαριστώ» κι οι άντρες μου ψιθύριζαν «το πουλάς το άλογο;» κι έγνεφα «όχι»!
_____________________________________________________________