

Ηταν τρεις ισοβίτες και συζητούσαν τι θα κάνουν στη φυλακή για την υπόλοιπη ζωή τους. Βγάζει ο πρώτος ένα γιο-γιο και λέει:
- Εγώ με αυτό το γιο-γιο θα παίζω συνέχεια.
Βγάζει ο δεύτερος μία τράπουλα και λέει:
- Εγώ θα παίζω με αυτήν εδώ την τράπουλα.
Βγάζει και ο τρίτος ένα κουτί ταμπόν λέγοντας:
- Εγώ πήρα αυτά.
- Μα, τι θα τα κάνεις αυτά;
- Στις οδηγίες χρήσης γράφει ότι με αυτά μπορώ να παίζω τέννις, να τρέχω, να κολυμπάω, να κάνω ορειβασία…
---------------------------------------------------------------------------------------------------
Κάποτε, επί Γερμανικής κατοχής, μια ομάδα Γερμανών κυνηγούσε τρεις αντάρτες. Οπότε σε μια στιγμή οι τρεις αντάρτες βρίσκουν τρία πηγάδια και πηδάει ο κάθε ένας σε ένα πηγάδι κάνοντας ησυχία για να μην τους καταλάβουν οι Γερμανοί.
Φτάνουν οι Γερμανοί στα πηγάδια, κοιτούν δεξιά – αριστερά, δε βλέπουν κανένα. Ο αξιωματικός όμως, την ψιλιάστηκε τη δουλειά και πλησιάζει σε ένα πηγάδι και φωνάζει:
- Λες να είναι εδώ;
Ο αντάρτης τώρα που είναι μέσα στο πηγάδι κάνει δήθεν αντίλαλο.
- Λες να είναι εδώωωω…
Πάει στο άλλο πηγάδι ο αξιωματικός και φωνάζει
- Μπα… θα πήγαν κατά τα βουνά.
- Πήγαν κατά τα βουνάααα…
Πάει και στο τρίτο πηγάδι και φωνάζει:
- Ας ρίξω μια χειροβομβίδα.
Και μέσα από το πηγάδι ακούγεται:
- Πήγαν κατά τα βουνάαααα… Πήγαν κατά τα βουνάααα… Πήγαν κατά τα βουνάααα…
-------------------------------------------------------------------------------------------------
Δύο φίλοι κάθονταν στο μπαλκόνι και ξαφνικά ο ένας βλέπει στο απέναντι μπαλκόνι μια ανεκδιήγητη σκηνή: μια γυναίκα να έχει βγάλει έξω το στήθος της, να το κουνάει με το ένα χέρι και με το άλλο να κρατάει μια σοκολάτα κι ένας άντρας απέναντί της να κρατάει ένα καθίκι με το ένα χέρι και μια ομπρέλα με το άλλο.
- Καλά, τι κάνουν εκείνοι οι δύο, τρελοί είναι;, ρωτάει ο άνθρωπος.
- Όχι, είναι κωφάλαλοι και έτσι συνεννοούνται, λέει ο οικοδεσπότης.
- Και τι διάολο λένε τώρα;, ρωτάει ο πρώτος.
- Μα, νομίζω είναι φανερό, λέει ο άλλος.
- Η γυναίκα λέει: ‘Θέλω να μου φέρεις γάλα κακάο!’ κι ο άντρας της απαντά ‘Να πας να χεστείς, έξω βρέχει!”.
-------------------------------------------------------------------------------------------------
Μία γυναίκα ξυπνάει στη μέση της νύχτας και ανακαλύπτει ότι ο άντρας της δεν είναι στο κρεβάτι. Φοράει τη ρόμπα της και βλέποντας φως στη κουζίνα πηγαίνει προς τα εκεί. Βλέπει τον άντρα της να κάθεται στο τραπέζι με μια κούπα καφέ στο χέρι, να κοιτάζει με βλέμμα απλανές τον τοίχο και να σκουπίζει τα δάκρυα από τα μάτια του.
- Τι συμβαίνει αγάπη μου; τον ρωτά.
- Θυμάσαι τον καιρό που βγαίναμε ραντεβού πριν 20 χρόνια; της λέει.
- Φυσικά και θυμάμαι. Γιατί με ρωτάς;
- Θυμάσαι που ήσουνα 16 χρονών και μας τσάκωσε ο πατέρας σου να το κάνουμε μέσα στο αυτοκίνητό μου;
- Έλα μωρό μου τώρα, πώς δεν το θυμάμαι!
- Θυμάσαι που έβγαλε το υπηρεσιακό του περίστροφο, μου το έχωσε στη μούρη και μου είπε ότι ή σε παντρεύομαι ή με χώνει φυλακή για 20 χρόνια;
- Έλα αγάπη μου, περάσανε αυτά. Τι σε έπιασε τώρα?
- Σήμερα θα αποφυλακιζόμουνα… κλαψ κλαψ…
-------------------------------------------------------------------------------------------------
Ο νεαρός σύζυγος ρωτάει την ακόμη πιο νέα γυναίκα του:
- Πριν με γνώρισεις, με πόσους άνδρες είχες κάνει σχέση;
Η γυναίκα δεν απαντάει. Η ώρα περνάει κι ο σύζυγος αρχίζει να φοβάται ότι η ερώτηση του την προσέβαλε.
- Γιατί δεν μιλάς; Μήπως σε έφερα σε δύσκολη θέση αγάπη μου;
Κι εκείνη του απαντά:
- Όχι καλέ. Απλά μετραώ…
-------------------------------------------------------------------------------------------------
Σάββατο πρωί και ο Μπάμπης αφού ξεκίνησε για το γκολφ, θυμήθηκε ότι ξέχασε να πει στη γυναίκα του ότι ο μάστορας θα έρθει το μεσημέρι να επισκευάσει το πλυντήριο. Πληκτρολογεί στο κινητό τον αριθμό του σπιτιού του και ακολουθεί ο εξής διάλογος:
- Ορίστε!, λέει η φωνή ενός μικρού κοριτσιού.
- Γειά σου, κοριτσάκι μου, ο μπαμπάς είμαι. Είναι η μαμά κοντά;
- Όχι, μπαμπά, πάνω στη κρεβατοκάμαρα είναι με το θείο Φίλιππο, απαντάει η μικρή.
- Μα δεν έχεις ένα θείο Φίλιππο, κορίτσι μου!, λέει ο Μπάμπης μετά από λίγη σκέψη.
- Ναι, έχω και είναι επάνω με τη μαμά!
- Εντάξει, λοιπόν. Τώρα θα κάνεις αυτό που θα σου πώ. Άσε το τηλέφωνο, τρέχα επάνω, χτύπα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και φώναξε στη μαμά και στο θείο Φίλιππο ότι μόλις τώρα έφτασε το
αυτοκινητό μου μπροστά από το σπίτι.
- Έγινε, μπαμπά!
Πέρασαν λίγα λεπτά και γύρισε το παιδί στο τηλέφωνο.
- Μπαμπά, μπαμπά, έκανα αυτά που είπες.
- Και τι έγινε, κοπελίτσα μου;
- Η μαμά σηκώθηκε αμέσως από το κρεβάτι ολόγυμνη και έτρεχε γύρω-γύρω τσιρίζοντας. Σκόνταψε στο χαλί, έπεσε έξω απ’ το παράθυρο και τώρα είναι νεκρή.
- Θεέ μου! Και ο θείος;
- Σηκώθηκε κι αυτός γυμνός και φοβισμένος πήδηξε από το παράθυρο στην πισίνα αλλά μάλλον ξέχασε ότι έβγαλες τα νερά τη περασμένη εβδομάδα για να την καθαρίσεις και χτύπησε στο τσιμέντο. Είναι κι αυτός πεθαμένος.
Έπειτα, μετά από ένα μεγάλο διάλειμμα, μονολογεί ο Μπάμπης:
- Πισίνα; Μα δεν έχουμε πισίνα… Δεν κάλεσα στο 210-123456;
-------------------------------------------------------------------------------------------------
Ένας κοντός cowboy, γύρω στο 1.60, μπαίνει αγριεμένος στο σαλούν και χτυπώντας το χέρι του στο μπαρ ουρλιάζει:
- Ποιός από εσάς ρε, έβαψε το άλογό μου πράσινο;
Τότε πετάγεται ένας τύπος γύρω στα δύο μέτρα και 120 κιλά, τον βουτάει απ’τον γιακά, τον σηκώνει στη μούρη του και τον ρωτάει:
- Εγώ ρε! Τραβάς κανένα ζόρι;
Κι ο άλλος, πανικόβλητος και με τρεμάμενη φωνή του απαντά:
- Όχι ρε φίλε. Απλώς ήθελα να ρωτήσω πότε θα περάσεις το δεύτερο χέρι γιατί η μπογιά έχει σχεδόν στεγνώσει…